"Α, ΡΕ ΜΑΜΑ", ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΦΙΟΡΑΚΗ -Σύμβουλος ψυχικής υγείας- Ψυχοθεραπεύτρια ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020

Θα ήθελα να ευχαριστήσω την κυρία Ελένη Θωμά για την πρόσκληση να μιλήσω για το βιβλίο της, το οποίο βρήκα υπέροχο.
Το βιβλίο «Α, ρε μαμά..» είναι ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι στην Ελλάδα, από τα χρόνια της μεταπολίτευσης έως το σήμερα. Ένα ταξίδι από την παιδική ηλικία ως την ενηλικίωση. Ένα ταξίδι από το να είσαι μία κόρη, μίας μητέρας, έως τη στιγμή που φτάνεις να γίνεσαι η ίδια πλέον μητέρα. Τότε η σχέση αυτή, μητέρας κόρης , για μία γυναίκα ξαναέρχεται στο προσκήνιο και επαναδιαπραγματεύεται.
Απόσπασμα από το κεφάλαιο « Η αφορμή»
«Κάνω ένα μπάνιο και τον περιμένω. Περιμένω, περιμένω…Μιάμιση τη νύχτα, ακούω το κλειδί στην πόρτα. Μπαίνει στο σαλόνι και ανάβει το φως.
«Τι κάνεις, Αννιώ μου;» λέει γλυκά. Γίνομαι Τούρκος.
« Σβήσε το φως τώρα!» του φωνάζω.             
«Τι έχεις πάθει;» μου λέει, μ΄ εκείνο το αθώο ύφος, το κουλτουριάρικο.
«Δε σε καταλαβαίνω, πάω για ύπνο».
Βέβαια.. Όποτε τα βρίσκει σκούρα ο κύριος, πετάει ένα «δε σε καταλαβαίνω» και την κάνει. Τρέχω πίσω του, στην κρεβατοκάμαρα.
«Ρωτάς τι έχω πάθει;»
Tον πιάνω από τα χέρια και τον ακουμπάω πίσω στην ντουλάπα, χωρίς να τον αφήνω να κουνηθεί, εκεί, με τα χέρια ψηλά. Δεν αντιδρά.
«Έχω ανάψει το τζάκι και σε περιμένω. «Θα έρθω νωρίς, μου είπες. Κάθε βράδυ όλο έρχεσαι νωρίς ρε Μύρωνα, κι εγώ σε περιμένω, σε περιμένω και δεν έρχεσαι. Γιατί με κοροϊδεύεις:”
Με κοιτάζει στα μάτια..
«Άννα, θα με δείρεις;»
Πάγωσα. Κατεβάζω τα χέρια μου, σκύβω το κεφάλι και κουλουριάζομαι στο κρεβάτι. Όλη τη νύχτα δεν κλείσαμε μάτι. Μόνο οι ανάσες μας, βαριές, ακούγονταν στο σκοτάδι. Κάτι μου θυμίζει αυτό που έκανα, κάτι που ξέρω πολύ καλά. Μία σκηνή από τα παλιά, μία εικόνα, από την παιδική μου ηλικία: την μάνα μου να βαράει τον πατέρα μου και να τον στριμώχνει στον τοίχο. Το ξημέρωμα του πιάνω το χέρι και του ζητάω συγγνώμη. Το ίδιο απόγευμα κλείνω ραντεβού με την ψυχολόγο.»
«Τι σε φέρνει εδώ;» με ρωτάει.
«Δεν ξέρω, είμαι χαμένη, στο πουθενά. Θέλω να μάθω τι φταίει. Θέλω να αλλάξω»
 H αφορμή, είναι μόνο η αρχή. Η Άννα είναι μία γυναίκα γύρω στα 50. Η συνειδητοποίηση μιας επανάληψης, σε μία καθόλου τυχαία χρονική στιγμή, είναι αυτό που οδηγεί, την Άννα, να χτυπήσει την πόρτα ενός ψ.  Είναι η στιγμή που τα παιδιά της  ενηλικιώνονται και φεύγουν για σπουδές, ενώ εκείνη μένει πίσω με τον άντρα της, Είναι δηλαδή η στιγμή, που συναντάει θα λέγαμε ένα κενό. Για την ίδια, πίσω από τη μητέρα, εμφανίζεται η γυναίκα, και αυτό της προκαλεί ερωτήματα που η ίδια είχε ως τώρα απωθήσει. Ερωτήματα που αφορούν στη σχέση της με τον σύντροφό της. Ακόμα, ερωτήματα που αφορούν στη σχέση της με τη μητρότητα.
Όπως γίνεται τις περισσότερες φορές στην ψυχοθεραπεία, ενώ η Άννα ξεκινάει να μιλάει για αυτό που τη βασανίζει στην καθημερινότητά της, και που παρόλα αυτά η ίδια δεν μπορεί να αποχωριστεί ,τελικά καταλήγει να μιλάει για άλλους. Τη μητέρα της, τον πατέρα της , την παιδική της ηλικία. Καθώς ξετυλίγεται το οικογενειακό μυθιστόρημα, η ιστορία της κυριολεκτικά ξανα-γράφεται και η επιθυμία της για γνώση, είναι αυτό που θα την οδηγήσει τελικά σε μία ίαση.
Τα πρώτα συμβάντα της ζωής, αφήνουν ίχνη. Άραγε τι είναι αυτό που κάνει την Άννα σε όλη της τη ζωή να νοιώθει ότι «έρχεται δεύτερη»; Πρόκειται για μία αίσθηση που έχει η ίδια για τον εαυτό της.
Η συγγραφέας με έναν λόγο ζωντανό, περιγραφικό, καταφέρνει με μαεστρία να κάνει τον αναγνώστη να έχει εικόνες-αναπαραστάσεις από σκηνές ενός οικογενειακού δράματος. Σκηνές τρυφερές αλλά και σκληρές. Έτσι δηλαδή όπως μπορεί να συμβαίνει σε μία οικογένεια.
Απόσπασμα από : Το μοιρολόι
«Η τρίτη σκηνή είναι αυτή που μου είπε η θεία η Σίλα: «Απορώ, παιδάκι μου, πως εσύ έγινες άνθρωπος. Η μάνα σου σ’ έδενε στην πλάτη και μοιρολογούσε όλη μέρα. Δεν το λυπάσαι τούτο το παιδί;” της έλεγε η θεία και τα μάτια της μάνας μου έτρεχαν σαν βρύση. Αυτή τη σκηνή την έχω μέσα μου. Σαν να την ξέρω πριν μου την πει η Σίλα»
 «Ήσουν ένας παθητικός δέκτης στη ζωή σου. Τα πρώτα τρία χρόνια τα έζησες μέσα στο πένθος. Τρία χρόνια σε κράταγε η μάνα σου στην αγκαλιά και μοιρολογούσε. Αναρωτιέμαι πως αισθάνεται ένα παιδί που από το μοιρολόι πέφτει στην γκρίνια. Θρήνος- γκρίνια, θρήνος -γκρίνια.»
Η Άννα, συναντώντας το κενό της, όταν μεγάλωσαν και έφυγαν τα παιδιά , αντί να επιλέξει μία καταθλιπτική θέση, επιλέγει την πλευρά της επιθυμίας. Θέλει να μάθει. Θέλει να μάθει τι συνέβη πριν από εκείνη. Είναι θαυμάσιο το ότι μπροστά σε αυτά που ανακαλύπτει, μπροστά στην σκιά του θανάτου, στην εμπειρία του πένθους, η γυναίκα αυτή επιλέγει τη ζωή.
Καθώς ψάχνει, ανακαλύπτει. Μέσα από το οικογενειακό δράμα, αναδύονται στοιχεία που η ίδια συνειδητοποιεί ότι τα κουβαλάει στο σώμα της. Υπάρχει δηλαδή κάτι της τάξεως του τραύματος εξαιτίας του οικογενειακού δράματος που έχει αποτυπωθεί στο σώμα.
Αυτό όμως που έχει αφήσει το μεγαλύτερο σημάδι είναι αυτό ακριβώς που δεν έχει ειπωθεί. Και είναι αυτό που κινητοποιεί την Άννα. Το βιβλίο διαπραγματεύεται τις συνέπειες που μπορεί να αφήσει το μη ειπωμένο στη ζωή ενός ανθρώπου. Οι λέξεις που θα ειπωθούν σε ένα παιδί από εκείνους που το φροντίζουν έχουν μεγάλη σημασία. Κάποιες από αυτές, το παιδί θα τις επιλέξει για να το καθορίσουν, θα είναι δηλαδή της τάξεως μίας ταυτότητας. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση της σιωπής; Τι επιπτώσεις μπορεί να έχει στη ζωή ενός ανθρώπου ένα καλά κρυμμένο οικογενειακό μυστικό;
H Άννα, βρίσκει το θάρρος και σηκώνει το πέπλο της δεμένης ελληνικής οικογένειας και αφήνει να φανούν από κάτω τα οικογενειακά συμπλέγματα, τα κρυμμένα μυστικά, η αιμομιξία, το ψέμα, η σιωπή. Μία σιωπή που όμως είναι κραυγή.
Τελειώνοντας θα ήθελα να αναφερθώ σε κάτι ακόμα που μου έκανε εντύπωση. Διαβάζοντας το βιβλίο της Ελένης Θωμά, ανακαλύπτουμε ότι παρόλο που πρόκειται για την ιστορία της μητέρας, όπως μας αποκαλύπτει ο τίτλος, τελικά η ειρήνη έρχεται όταν η κόρη επαναπροσδιορίζει τον πατέρα. Και αυτό είναι που βρήκα καταπληκτικό. Γιατί, πράγματι, η σχέση μητέρας- κόρης δεν είναι ποτέ  απλή, ούτε χωρίς συνέπειες, μπορεί να είναι ευεργετική αλλά μπορεί να γίνει και ολέθρια. Χρειάζεται λοιπόν πάντα ένας πατέρας για να βάλει τα πράγματα σε τάξη. Και η Άννα καταφέρνει να αναγνωρίσει κάτι στον πατέρα της μετά από αυτό το δύσκολο ταξίδι.
Καθένας, καθεμία από εμάς, μπορεί να βρει στο βιβλίο της Ελένης Θωμά, πτυχές που θα τον αγγίξουν. Μιας και όλοι μας είμαστε παιδιά μιας μητέρας.

Ιωάννα Φιοράκη
Σύμβουλος ψυχικής υγείας- Ψυχοθεραπεύτρια ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης
10.03.2020

Αφήστε το σχόλιό σας