Κριτική του Δημήτρη Παπανικολάου στην "Εφημερίδα των Συντακτών" για το βιβλίο "Α ρε μαμά" της Ελένης Θωμά

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2020

Ο πόνος, ο χρόνος και η μνήμη

Η συνείδηση δεν αφήνει περιθώρια αναβολής, παρότι σπαράσσει το υποκείμενο. Γρηγορεί, εύχεται, ανυπομονεί και προσέρχεται στην τράπεζα του πόνου και της μνήμης, για να συνομιλήσει και ν’ αντικρίσει την αλήθεια. Το μυθιστόρημα αυτό είναι μια σπουδή πάνω στη μνήμη και την αναγκαιότητά της.

Αυτό το «α, ρε μαμά!» με πόσους τρόπους το λέμε; Με αγάπη, με παράπονο, με νεύρα, με παραδοχή... Με όλους τους τρόπους το έχει πει η Ελένη Θωμά και το ‘κανε τίτλο στο πρώτο της βιβλίο – «μια αληθινή ιστορία με αρκετά στοιχεία μυθοπλασίας». Αυτή η πορεία αυτογνωσίας, όπως λέει η συγγραφέας, διήρκεσε δέκα χρόνια, για να ξεδιαλύνουν υποθέσεις και βάρη που μεταφέρονται από τις προηγούμενες γενιές στις επόμενες. Για να ανοίξουν τα στόματα για ένα παιδί που «δεν έπρεπε» να γεννηθεί, για ένα μυστικό που έφυγε μακριά… Για μια κρυμμένη ντροπή, γιατί ο «τόπος και ο χρόνος κάνουν και τα πράγματα».

Η Θωμά γεννήθηκε στο Κωστήτσι Ιωαννίνων, μεγάλωσε και ζει στην Πάτρα και λατρεύει για τις μέρες γαλήνης και περισυλλογής το νησί του άντρα της, την Κρήτη. Δασκάλα μουσικής, μουσικοκινητικής και θεατρικού παιγνιδιού, μέλος του γυναικείου φωνητικού συνόλου «Εκφραση» και του «Ηπειρώτικου πολυφωνικού Πάτρας». Το άμεσο γράψιμό της το «ρουφάς» και όταν αρχίζει να σου μιλάει η ίδια, ήρεμα με αυτογνωσία και μέτρο, μαγεύεσαι.


Α ρε μαμά

Τα βράδια ήσουν μια αγκαλιά κι ανάμεσα απ’ τα φιλιά έκανες τη φωνή λαγού,
το λύκο και την αλεπού
Και όταν γύριζα αργά
«θα σου τα πάρω τα κλειδιά, θα βρεις τις πόρτες πια κλειστές, θα με πεθάνεις, αυτό θες;»
Α ρε μαμά, α ρε μαμά
Υστερα λόγια στο χαρτί «συγγνώμη, σ’ αγαπώ πολύ, είμαι εδώ»

Α ρε μαμά
Ζωγράφιζες και μια καρδιά,
με νίκαγες με ζαβολιά κι έβαζες πάντα στο πικάπ το δίσκο με το «Ave Maria»
Χανόσουνα στη μουσική,
εσύ γινόσουν το παιδί κι εγώ ένας άγγελος στη Γη να σε προσέχω μια ζωή
Μαμά

Στίχοι Οδυσσέα Ιωάννου, σε σύνθεση του Σαρλ Αζναβούρ που στα ελληνικά ερμηνεύει (μοναδικά) ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου
 

Σαν ταινία σε παλιό σινεμά, προβάλλεται ασπρόμαυρη όλο νερά, σαν δάκρυα που κυλάνε, η δραματοποιημένη ιστορία που εκτυλίσσεται σ' ένα μικρό χωριό της Ηπείρου, την πιο σκληρή περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας. Του εμφύλιου σπαραγμού, των πέτρινων χρόνων, της μετανάστευσης και της μετέπειτα εποχής.

Το μυθιστόρημα αναφέρεται στην πληγή του κοινωνικού και προσωπικού χρόνου, για ό,τι συνετελέσθη σε μια ρωγμή της μικρής πατρίδας, που σαν χαράδρα άνοιξε στον τόπο η Ιστορία. Η αφηγήτρια γράφει και καταγράφει, εν είδει αστυνομικού «δελτίου συμβάντων», το χρονικό ενός «φονικού», το οποίο διεπράχθη στη σιωπή μιας βαριά τραυματισμένης κοινωνίας, από τη βία της εποχής και το πνεύμα της ενοχής. Εκεί όπου οι προκαταλήψεις και οι κώδικες τιμής, εμποτισμένοι από τον φόβο, είχαν τότε τον πρώτο λόγο. Εκεί, θύτες και θύματα, αίτιοι και υπαίτιοι, παρανομούντες και τιμωροί, μπερδεύονταν σ’ ένα σύννεφο πυκνό, που κάλυπτε όλους τους άμεσα και έμμεσα εμπλεκομένους. Μα σαν ξέσπασε η μπόρα, με τη βροχή των αποκαλύψεων, όλα στροβιλίζονταν στου ποταμού τις δίνες και τέλος παρασύρθηκαν απ’ τη μεγάλη κατεβασιά.

Τα πήρι όλα του πουτάμ’ πιδάκι μ’, λέγανε στην ντοπιολαλιά όλοι όσοι θέλαν να ξορκίσουν το κακό και να ξεχάσουν. Ο Αραχθος, ο «Μέγας» ποταμός, ως καθαρμός, όλα τα παρασέρνει στου χρόνου τη ροή και λειτουργεί, τότε και τώρα, σαν κολυμβήθρα του Σιλωάμ, πλωτό νησί των Λωτοφάγων.

Η συγγραφέας, σαν ψηφιδογράφος, ανασκάπτοντας το πίσω μέρος του χρόνου, ανακαλύπτει τις ψηφίδες και με κόπο καλύπτει τα κενά στο διάτρητο μωσαϊκό, δείχνοντας μ’ εκφραστικό τρόπο κι αποκαλυπτική γραφή τη μεγάλη εικόνα της ιστορίας. Τον συναισθηματικό κόσμο, την υπαρξιακή οδύνη, τα προσωπικά αδιέξοδα, τις τεκτονικές αλλαγές και τις επιπτώσεις σε εκείνους που, εκόντες άκοντες, μετείχαν ως παίγνια «στου κύκλου τα γυρίσματα».(1)

Με οδηγό μια γλώσσα σκληρή σαν τις πέτρες της Ηπείρου και με μεταβλητές από την καθομιλουμένη στην ντοπιολαλιά, ξετυλίγει το κουβάρι μιας ανείπωτης τραγωδίας, που εξακτινώνεται πέραν του «μικρού χωριού», σε κάθε κλειστή κοινωνία, ως συνθήκη και νομοτέλεια, παραπέμποντας με κοινωνιολογικούς και ψυχολογικούς όρους στο αναπόφευκτο και αναπόδραστο της Ιστορίας. Το προσωπικό αδιέξοδο των πρωταγωνιστών –πέραν των πολιτισμικών επιλογών, της ηθικής και των συναισθημάτων που τους κατακλύζουν– παρουσιάζεται σαν μια κινηματογραφική ταινία «νέου ρεαλισμού», όπου εκτυλίσσονται με ρυθμό και ένταση τα πεπραγμένα μιας ζωής κατατρεγμένης.

Η αφήγηση των διαδραματισθέντων, αρχικά κινούμενη στο σκοτάδι, φιλτράρεται στην πορεία και φανερώνεται με καθαρότητα, δίχως φωτοσκιάσεις και παραμορφωτικούς φακούς, ώστε να αποδοθούν με σαφήνεια τα συντελεσθέντα. Η έκφραση των συναισθηματικών κραδασμών, των εσωτερικευμένων θέσεων και αντιθέσεων, των ιδεών και των απόψεων –ως απόπειρα ανάλυσης, απελευθέρωσης και λύτρωσης του υποκειμένου– επιτυγχάνεται μέσω της μετουσίωσης των τεκταινομένων σε γραφή συνεκτική, πάλλουσα και αποκαλυπτική. Η δομή και η πλοκή του περιεχομένου, η αφηγηματική ροή και οι εννοιολογικές αναγωγές, μέσω της μνημοτεχνικής, κατατάσσουν το πόνημα στο είδος εκείνο όπου παράδοση και νεωτερικότητα αποδίδουν τον τρόπο και το ύφος μιας ενιαία σύνθετης γραφής, η οποία ακτινογραφεί την ατομική και καταγράφει τη συλλογική μνήμη.

Στο εν λόγω έργο, η συνείδηση δεν αφήνει περιθώρια αναβολής, παρότι σπαράσσει το υποκείμενο. Γρηγορεί, εύχεται, ανυπομονεί και προσέρχεται στην τράπεζα του πόνου και της μνήμης, για να συνομιλήσει και να αντικρίσει την αλήθεια. Το μυθιστόρημα είναι μια σπουδή πάνω στη μνήμη και την αναγκαιότητά της, καθώς ως αλάθητος οδηγός σε πάει εκεί όπου ο πόνος επιδρά λυτρωτικά και απελευθερωτικά, αρκεί να κοιτάξει κανείς με τα μάτια της ψυχής ό,τι τον συνέχει και τον περιέχει. Τα λάθη και τα πάθη μιας ζωής, όπου η αναγνώριση –και η αποδοχή τους– επιφέρει την καταλλαγή και τη συμφιλίωση.

Ετσι ο χρόνος παύει να τυραννά ενοχικά τον εαυτό, καθώς η μνήμη ενεργεί ιαματικά και πειστικά, θέτοντας τον δάκτυλον εἰς τόν τύπον τῶν ἥλων.(2) Το αποτέλεσμα της επενέργειας αυτής είναι η ενσυνείδητη καταφυγή στη δημιουργική πράξη, όπου «εν Φαντασία και Λόγω»(3) καταλύονται τα δεσμά του χρόνου και του πόνου.

 

 

Σημειώσεις:

 

1. Βιτσέντζος Κορνάρος. «Ερωτόκριτος». Εκδόσεις Ερμής. Αθήνα 1978
2. «Το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον» (κ', 20-25)
3. Κ. Π. Καβάφης. «Μελαγχολία στου Ιάσονος Κλεάρχου. Ποιητού εν Κομμαγηνή,
595 μ.Χ». Ποιήματα, Εκδόσεις Ικαρος, Αθήνα 1982

 

Αφήστε το σχόλιό σας