Νότης Μαυρουδής, "Ξαφνικοί επισκέπτες" - Συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη στο "Κουτί της Πανδώρας"

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2021
Αντώνης Μποσκοΐτης
 

Νότης Μαυρουδής: «Το σώμα του τραγουδιού πρέπει να ξαποστάσει»

Μία πυκνή κουβέντα με τον κιθαριστή και τραγουδοποιό Νότη Μαυρουδή, που είχε αφορμή την πρόσφατη έκδοση του καινούργιου κύκλου τραγουδιών του με μία πλειάδα καλών ερμηνευτών.

 
Ο τραγουδοποιός και μαιτρ της κιθάρας, Νότης Μαυρουδής, είναι ένας εμβληματικός δημιουργός στο ελληνικό τραγούδι που μετράει ήδη περισσότερα από πενήντα χρόνια στο εγχώριο στερέωμα. «Άκρη δεν έχει ο ουρανός», «Πρωινό τσιγάρο», «Ίσως φταίνε τα φεγγάρια», είναι κάποια από τα κομμάτια του που ανήκουν στις μεγάλες στιγμές της τραγουδοποιίας μας. Τον έχουν τραγουδήσει οι πάντες, από την Αρλέτα και την Αλεξίου μέχρι τον Μητσιά, τη Βιτάλη και τον Μάλαμα. Στο τελευταίο έργο του, που σηματοδοτεί τη δεύτερη συνεργασία του με τις ανεξάρτητες εκδόσεις «Άπαρσις», τον τραγούδησαν σημαντικοί ερμηνευτές, σαν τον Λέκκα, τον Λιούγκο, τον Ανδρεάτο, την Τσαϊρέλη, τον Δημοσθένους και την Τουμπάκη. Όλοι αυτοί, για την ακρίβεια, τραγούδησαν τις μελοποιήσεις του σε δώδεκα νέους πρωτοεμφανιζόμενους στιχουργούς, μαθητές του «Μικρού Πολυτεχνείου», με την αρωγή του έμπειρου στιχουργού και δασκάλου τους, Κώστα Φασουλά. Στην ακόλουθη συζήτηση μας, ο Μαυρουδής είχε πολλά να πει για το ελληνικό τραγούδι και προς τα που αυτό οδηγείται, για τα καλά και τα κακά της τεχνολογικής προόδου, για τον μέντορα του, Μάνο Χατζιδάκι, για τη διδασκαλία των εκάστοτε ερμηνευτών του, αλλά και για τις καταγγελίες των τελευταίων ημερών για τον κακοποιητικό ρόλο των εξουσιαστών στον πολιτισμό.
 
Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας
 
Αναρωτιέμαι πόσο μακρινό έτος σας φαίνεται το 2021 για να δίνετε συνέντευξη.
 
(χαμογελάει) Αν πάω πολλά χρόνια πίσω και με ρωτούσαν τι θα έκανα το 2021, θα έβαζα τα γέλια. Είμαι απ' τους ανθρώπους που επιμένουν να λένε ότι δεν γνωρίζουμε τι θα μας συμβεί αύριο. Ξέρω τι κάνω τώρα, την επόμενη στιγμή όμως δεν ξέρω αν θα ζω, αν θα υπάρχω. Να, λοιπόν, που ζω στο 2021, στα 76 μου. Είναι ένα ενδιαφέρον έτος, γιατί μας δίνεται η δυνατότητα να ξεπεράσουμε την πανδημία με το εμβόλιο και να δούμε τις αλλαγές που θα έρθουν στη νοοτροπία του κόσμου.
 
Αλλαγές για καλό ή για κακό;
 
Εγώ πιστεύω ότι θα πάμε ένα βήμα μπροστά κι αυτό ξεκίνησε με την καθαίρεση του προσώπου του Ντόναλντ Τραμπ στην Αμερική. Ήδη είναι σημαντικό που η Αμερική θα μπει στον αγώνα της κλιματικής αλλαγής, εκεί που ο Τραμπ ήταν ανένδοτος. Υπάρχουν κάποιες χαραμάδες για να δούμε ένα φως, ακόμη και μέσα στη δική μας χώρα. Η εξέλιξη της διαδικτυακής αντίληψης, π.χ., είναι κάτι ιδιαίτερα ευχάριστο. Μήνα με το μήνα όλα πάνε να γίνουν απολύτως διαδικτυακά.
 
Δεν φαντάζομαι να εννοείτε το «click away».
 
Όχι, όχι. Από τα διαζύγια που βγαίνουν πιο εύκολα μέχρι την αποπληρωμή των λογαριασμών, βλέπουμε να καταργείται σιγά - σιγά μια γραφειοκρατία. Ο κόσμος δεν χάνει χρόνο πια και έτσι σταματά η δοσοληψία μεταξύ του πολίτη και του δημοσίου. Διάβαζα ότι άλλαξε εντελώς ο τρόπος που δίνονται τα διπλώματα οδήγησης, που πρώτα άμα δεν πλήρωνες, δεν έπαιρνες δίπλωμα. Δεν λέω ότι θα ευτυχήσει η χώρα, αλλά κάποια μεγάλα βήματα έχουνε γίνει. Δεν το βλέπω πολιτικά, επίσης, διότι όποια κυβέρνηση και να ήταν, θ' αναγκαζόταν να πάρει τα μέτρα αυτά κατά της πανδημίας. Τυχαίνει η παρούσα κυβέρνηση να ρίχνει όλο το βάρος σε μια τέτοιου είδους πρόοδο, που δεν έχει καθόλου να κάνει με το παιχνίδι των πολιτικών ιδεολογιών, αλλά με τις αλλαγές της πραγματικότητας.
 
Ανήκετε σε μια γενιά συνθετών, οι περισσότεροι απ' τους οποίους είναι παροπλισμένοι ή απλά δεν γράφουν πια. Εσείς εξακολουθείτε να είστε παραγωγικός και να βγάζετε δίσκους κάθε δυο - τρία χρόνια. Πως το καταφέρνετε;
 
Η ερώτηση σας φαίνεται απλή, αλλά η απάντηση δεν είναι καθόλου απλή. Το «κάθε δυο - τρία χρόνια» δεν γίνεται χωρίς κόπο και αίμα. Ήσασταν παρών στον προηγούμενο δίσκο μου, που χτύπαγα τις πόρτες των εταιρειών και δεν μου έβγαινε να φτιάξω ένα ρεπερτόριο με ποιητές του Μεσοπολέμου. Πέσαμε σ' αυτή την αποτυχημένη προσπάθεια εκείνης της Μάγνη με τη Spider Music, που απεδείχθη πολύ κατώτερη των περιστάσεων. Αν δεν δεχόταν ο Ιανός να εκδώσει τη δουλειά, ενδεχομένως να ήταν ακόμη στα συρτάρια. Ένας δίσκος δεν γίνεται εύκολα, διότι, πρώτα απ' όλα, δεν διαθέτω home studio, ώστε να μπω μέσα και να κάνω την παραγωγή μου. Αναγκάζομαι να πηγαίνω σε στούντιο που πληρώνονται με την ώρα και η όλη διαδικασία απαιτεί να'μαι συνέχεια με το χέρι στην τσέπη. Χρήματα, όμως, δεν έχω πια κι έτσι καταφεύγω σε λύσεις με γνωστούς των γνωστών κλπ.
 
Δεν υπάρχουν και οι χορηγοί πια. Θυμάμαι τη συχωρεμένη Δόμνα Σαμίου να κάνει ολόκληρο βιβλίο - CD με τη χορηγία ενός φίλου της, εφοπλιστή.
 
Έχουν χαθεί τα πάντα. Ούτε κι έτσι μπορεί να πορεύεται η ελληνική δισκογραφία. Όλοι όσοι κάνουμε δίσκους ξέρουμε πως δεν πρόκειται να πάρουμε πίσω τα λεφτά μας. Τώρα οι εκδόσεις «Άπαρσις» δέχτηκαν να συνεργαστούμε για δεύτερη φορά μετά το «Cafe Latino» και να εκδώσουν τη νέα δουλειά, την οποία όμως πήραν έτοιμη, αφού την παραγωγή όλη την πλήρωσαν οι στιχουργοί.
 
Μιλάμε για δώδεκα νέους πρωτοεμφανιζόμενους στιχουργούς.
 
Ακριβώς. Έτσι μπορέσαμε να πληρώσουμε το στούντιο και τα έξοδα. Άξιζε, νομίζω, η προσπάθεια. Εγώ βεβαίως δεν πληρώθηκα γι' αυτή τη δουλειά, αλλά αφήνω μία παρακαταθήκη με δεκατρία τραγούδια. Οι εκδόσεις «Άπαρσις», λοιπόν, πλήρωσαν το εργοστάσιο, την κοπή, την καταβολή των δικαιωμάτων και, φυσικά, την όμορφη οικολογική έκδοση, για την οποία περηφανευόμαστε. Σημαντική ήταν η συμβολή του στιχουργού Κώστα Φασουλά, που διδάσκει στο Μικρό Πολυτεχνείο και ήξερε πολύ καλά τους στιχουργούς.
 
Οι «Ξαφνικοί επισκέπτες» προέκυψαν δηλαδή μετά από πρόταση του Φασουλά;
 
Όχι, προέκυψαν μετά από προτροπή των στιχουργών. Ο Φασουλάς με είχε καλέσει στο Μικρό Πολυτεχνείο να μιλήσω στους φοιτητές για τη σχέση μουσικής και λόγου. Πήγα και αναπτύχθηκε μία καλή επικοινωνία μεταξύ μας. Έπεσε η ιδέα απ' τα παιδιά να μου δώσουν στίχους τους με σκοπό να τους μελοποιήσω και να γίνει μια παραγωγή ολόκληρη. Έφτασαν στα χέρια μου γύρω στα 25 κομμάτια και βγήκαν τελικά όσα μελοποίησα: Ένα από καθέναν στιχουργό με εξαίρεση έναν, που του μελοποίησα δύο κομμάτια.
 
Και δεν είχαν πρόβλημα οι άλλοι μ' αυτό;
 
Όχι, γιατί διαπίστωσα ότι είναι φίλοι όλοι τους, μία παρέα που αγαπάει ο ένας τον άλλον και συνομιλούν μεταξύ τους. Έγινε μία πολύ καλή εν ειρήνη κίνηση. Κι εγώ, ξέρετε, δεν μπορώ να κάνω κανένα δίσκο αν δεν γίνεται εν ειρήνη.
 
Κι αυτό πως μεταφράζεται;
 
Να έχεις μια πολύ καλή σχέση με τον στιχουργό, είτε είναι ένας, είτε είναι δώδεκα, όπως και με τον ηχολήπτη, με τους μουσικούς και, βέβαια, με τους τραγουδιστές. Εγώ ειδικά πάντα έκανα πολυπρόσωπους δίσκους μετά το '70. Όπως έχω ξαναπεί, με κουράζει αφάνταστα ν' ακούω ένα δίσκο με μία φωνή συνεχόμενα. Ξέρω ότι η ίδια ερμηνεία θα'ναι σε όλα τα τραγούδια. Δεν αντέχω! Κι ας είναι οι καλύτεροι τραγουδιστές, η Χαρούλα, ο Νταλάρας, ο Μητσιάς, η Τσανακλίδου, που τους αγαπάω κι έχουμε συνεργαστεί. Πρέπει η κάθε μία φωνή να εξυπηρετεί το τραγούδι, αφού και το κάθε τραγούδι έχει ειδικά χαρακτηριστικά. Εδώ, ας πούμε, έχουμε δεκατρία τραγούδια με διαφορετικά χρώματα. Είναι σαν διαφορετικοί πίνακες του ιδίου ζωγράφου, που δεν μπορεί να σου φτιάχνει το καραβάκι στο πέλαγος ίδιο κάθε φορά.
 
Το «κάστινγκ» στο νέο δίσκο είναι, ομολογουμένως, επιτυχημένο. Δώσατε τα, όχι αμιγώς, λαϊκότροπα στην Τσαϊρέλη και την Τουμπάκη, ενώ ο Λέκκας, ο Λιούγκος, ο Ανδρεάτος και ο Δημοσθένους τραγουδούν μπαλάντες.
 
Δεν ήθελα να επαναλάβω το μοντέλο τους. Ήθελα απλά να υπάρχει μέσα στα τραγούδια η ερμηνευτική στάμπα τους και το εξαιρετικό φωνητικό τους ηχόχρωμα. Ήθελα να τους δοκιμάσω σε κάτι άλλο, διαφορετικό, κατά τη γνώμη μου.
 
 
1977, Αρλέτα - Ηλίας Λιούγκος - Νότης Μαυρουδής
 
Ο μόνος, με τον οποίο έχετε ιστορία μεγάλη, είναι ο Ηλίας Λιούγκος. Πριν από 45 χρόνια κάνατε το «Παιδί της Γης» σε ποίηση Μάνου Χατζιδάκι.
 
Βέβαια, συμπληρώσαμε σχεδόν 45 χρόνια γνωριμίας και συνεργασίας. Τον Λιούγκο τον είχα γνωρίσει μέσα από «Τα Παράλογα» του Χατζιδάκι. Αν θυμάστε, το όνομα του ίσα που φαινόταν στο εξώφυλλο εκείνου του δίσκου, έτσι που αναρωτήθηκα «Ποιος είναι αυτός, γιατί τον έγραψαν έτσι;» ενώ όλοι οι άλλοι ερμηνευτές μπήκαν αλλιώς;
 
Άλλα τα μεγέθη όμως: Θεοδωράκης, Μελίνα, Σαββόπουλος.
 
Εντάξει, αλλά τόση μεγάλη διαφορά στη γραμματοσειρά; Όχι να ήθελες και φακό για να διάβαζες το όνομα του ανθρώπου.
 
Πιστεύετε ότι το είχε κάνει σκόπιμα ο Χατζιδάκις;
 
Μπορεί, μπορεί...Τελικά το πρόσεχες περισσότερο τ' όνομα του, συγκριτικά με τις άλλες φωνές που όλοι τις γνωρίζαμε. Τον βρήκα εξαιρετικό τον Λιούγκο κι αμέσως του πρότεινα να κάνουμε το «Παιδί της Γης» μ' εκείνον και την Αρλέτα. Ο δε Χατζιδάκις δε χρειάστηκε να μου δώσει καμία άδεια, αφού το έργο βγήκε στη ΛΥΡΑ του Αλέκου Πατσιφά, που υπήρξε κολλητός φίλος του Χατζιδάκι. Δεν υπήρχε περίπτωση να ζητούσα κάτι και να μη μου το έκανε ο Μάνος, πόσο μάλλον όταν η πρόταση να μελοποιήσω τη «Μυθολογία» του, είχε έρθει από τον Πατσιφά. Κι αν είχα περάσει ως μουσικός από τις ηχογραφήσεις της «Αθανασίας» του, η ουσιαστική γνωριμία μου με τον Μάνο έγινε στο «Παιδί της Γης». Σημειωτέον, γνώριζα τον Χατζιδάκι από τα 20 μου, από το 1965, όταν είχε βραβευτεί στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ένα τραγούδι μου σε στίχους Γιάννη Κακουλίδη με τη Σούλα Μπιρμπίλη. Εκεί ο Μάνος ήταν πρόεδρος της επιτροπής. Όντας συνεσταλμένος, δεν ήθελα να πηγαίνω στα τότε στέκια του. Αργότερα, όταν καθιερώθηκα, μετά τη δεκαετία του '70, τον έβλεπα στου «Φλόκα» και στον «Μαγεμένο Αυλό» που πήγαινε με τους φίλους του, τον Γκάτσο και τον Ελύτη. Μαζεύονταν γύρω τους διάφοροι πιτσιρικάδες, νέοι καλλιτέχνες, οι οποίοι πήγαιναν για καφέ, μόνο και μόνο για να δουν από κοντά τον Μάνο και τον Γκάτσο. Εγώ καθόμουν σε μια γωνιά και δεν ήθελα να μπω μέσα σ' αυτή την παρέα που έπεφτε πολύ «γλείψιμο» απ' όλους. Μου φώναζε καμιά φορά ο Μάνος: «Κύριε Μαυρουδή, δεν θα έρθετε να καθίσετε μαζί μας;» 
 
Λέμε ιστορίες και ονόματα και σκέφτομαι πως άμα περάσουν πενήντα χρόνια και δεν θα ζούμε εμείς...
 
Εγώ θα ζω (γέλια)
 
Λέω μήπως βρεθούν κάποιοι ρομαντικοί «τρελοί» μετά από μισό αιώνα και μνημονεύουν τα έργα σας, σαν το τελευταίο, όπως μνημονεύουμε εμείς σήμερα τους παλιότερους.
 
Θα υπάρχουν! Θα είναι, βέβαια, πιο λίγοι συγκριτικά με εμάς που ζήσαμε όλα αυτά τα θρυλικά ονόματα. Με θυμάμαι να πηγαίνω στο σπίτι του Κώστα Βάρναλη, να κάνουμε παρέα με τον Ελύτη, τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, τον Ρίτσο, τον Λειβαδίτη. Συνομίλησα μαζί τους κι αυτά όλα είναι η δική μου περιουσία.
 
Κάπως έτσι νιώθουμε κι εμείς οι νεότεροι που μιλάμε μαζί σας σήμερα.
 
Δεν το ξέρω αυτό ή δεν έχω συνείδηση τέτοια. Φοβάμαι, όμως, πως το προχώρημα του κόσμου, αυτό που αποκαλούμε κόσμος, λαός, μάζα, πλήθη, τρέχει πάρα πολύ με τη δύναμη της τεχνολογίας. Το τραίνο για Θεσσαλονίκη κάνει πια τρεις ώρες και κάτι, ενώ τα αυτοκίνητα σε λίγο θα βγάλουν φτερά. Μέσα σ' αυτή την τυφλή ροή του κόσμου, θα σαρωθούν πολλά πράγματα. Ετοιμάζω τώρα ένα κείμενο για τους νάνους Εβραίους αδερφούς Όβιτζ. Δεν τους ήξερα, μέχρι που είδα ένα ντοκιμαντέρ στην εξαιρετική ΕΡΤ 3. Οι Όβιτζ επιβίωσαν του Ολοκαυτώματος, αφού ο Μαίνγκελε τους έδειχνε ως παραδείγματα εξολόθρευσης στους Ναζί στρατιώτες του Νταχάου. Έλεγα την ιστορία τους σε νέα παιδιά κι ένα με ρώτησε: «Το Νταχάου είναι στην Αμερική;» Ανατρίχιασα! Τους είπα: «Ευτυχώς, παιδιά, που δεν περνάει κανένας απ' έξω να σας ακούσει. Τι είναι αυτά τα πράγματα;» Αυτό είναι που φοβάμαι! Την ταχύτητα και την υπερπληροφόρηση που σαρώνει τις μνήμες!
 
Απ' την άλλη, όμως, σήμερα βρίσκει κανείς πανεύκολα οπτικοακουστικά ντοκουμέντα για οποιαδήποτε νεότερη ιστορική περίοδο. Εσάς, π.χ., θα υπάρχει καταγραμμένη η μορφή σας μαζί με τα τραγούδια σας.
 
Μα δεν αμφισβητώ καθόλου το ίντερνετ και τις δυνατότητες του, ίσα - ίσα είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη του 20ου αι. μαζί με την πενικιλίνη. Ευλογία Θεού είναι, δεν το συζητάμε. Θα έχουμε όμως και παράπλευρες απώλειες, δεν γίνεται αλλιώς.
 
Υπάρχει και μια τάση ρετρό νοσταλγίας. Γυρνάνε πολλοί στα τραγούδια του 1930 και του '40, διασκευάζοντας τα.
 
Χαίρομαι γι' αυτό, αν και ακούω δυστυχώς πολλές αψυχολόγητες επανεκτελέσεις. Δεν πειράζει, ας υπάρχουν και κάποια θύματα, είτε ανθρώπινα, είτε πνευματικά. Πριν δέκα χρόνια, δίδασκα σε δραματική σχολή και ζήταγα απ' τους σπουδαστές ηθοποιούς να διαλέξουν ένα τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι. Όλοι διάλεγαν «Τα παιδιά του Πειραιά». Τους είπα να μου πουν τρία άλλα τραγούδια του Χατζιδάκι και δεν ήξεραν κανένα. Γι' αυτό σας λέω, τα έχει αυτά η εποχή μας. Κάτι θα κατακτήσουμε και θα κερδίσουμε, αλλά και κάτι θα χάσουμε.
 
Προτείνετε εν έτει 2021 δεκατρία καινούργια «έντεχνα» τραγούδια. Πως, διάολο, θα φτάσουν στον κόσμο;
 
Πώς διάολο, έλα ντε, όπως το λέτε! Πέφτουν απλά πάνω σε κάποιον Μποσκοΐτη, σε μία Διάκου, σε μία Λουπάκη, σ' έναν Γελασάκη - θέλω να μιλάω με ονόματα. Πάνω σε ανθρώπους δηλαδή που είναι της ίδιας αντίληψης και κατέχουν τον κώδικα, τον οποίο γνωρίζουμε: Ο κώδικας του Μίκη Θεοδωράκη, του Μάνου Χατζιδάκι, του Νότη Μαυρουδή ή του Μάνου Λοΐζου. Όταν εσείς όλοι παίρνετε έναν δίσκο δικό μου, ξέρετε περίπου τι θα ακούσετε. Εγώ δεν θα γράψω ποτέ ένα σουξεδάκι και μακάρι νά'χα ένα μικρό ποσοστό της δύναμης που έχει ο Χρήστος Νικολόπουλος. Ο Νικολόπουλος ξέρει να φτιάχνει τραγούδια για πολύ κόσμο, σουξέ που δεν είναι καθόλου κακά, αντίθετα έχουν μία υψηλή ποιότητα.
 
Δεν είστε άμοιρος σουξέ κι εσείς, όμως. Έχετε γράψει, μεταξύ άλλων, το «Ίσως φταίνε τα φεγγάρια» που το τραγουδούν ακόμη οι πάντες στις μουσικές σκηνές.
 
Δεκτόν, αλλά δεν συγκρίνομαι με τον Νικολόπουλο. Ζηλεύω αυτόν τον μηχανισμό σκέψης του που τον καθιστά ικανό να φτιάχνει ποιοτικά σουξέ. Μπορεί να γράψει φοβερά τραγούδια για τη Βιτάλη και για τη Γαλάνη ταυτόχρονα. Εν πάση περιπτώσει, εγώ διατηρώ τον δικό μου κώδικα και τα δικά μου χαρακτηριστικά. Και τώρα πια, στα 76 μου, δεν μπορώ να ξεκολλήσω. Ένα εκατομμύριο να μου δώσεις και να μου πεις να φτιάξω ένα σουξέ, δεν μπορώ να το κάνω, γιατί δεν το'χω μέσα μου.
 
 
Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας
 
Είναι ίδιον της γενιάς σας. Ο Ορφέας Περίδης, ας πούμε, έχει γράψει ένα «Κάτι μου κρύβεις», που θα το έλεγες έως και ποιοτικό σκυλάδικο.
 
Εξαιρετικό τραγούδι που ακούγεται σαν μπαλάντα! Αυτός τραγουδάει εξαιρετικά, επίσης! Άμα το έδινε σ' έναν άλλο τραγουδιστή, πιθανώς να του έβγαινε σκυλάδικο. Τραγουδάμε, ας πούμε, το «Χάρτινο το φεγγαράκι». Αλλιώς θα το πει ένας κλασικός τραγουδιστής κι αλλιώς ένας της πίστας. Η ερμηνεία είναι αυτή που δίνει το στίγμα της καταγωγής του τραγουδιού. Μπορείς να πάρεις ένα τραγούδι της Σοφίας Βέμπο ή του Τσιτσάνη - λέμε τώρα - και να το τοποθετήσεις αλλού, στον Λευτέρη Πανταζή. Γι' αυτό κι εμείς σήμερα διαλέγουμε τον Λιούγκο, τον Δημοσθένους και τον Ανδρεάτο.
 
Δασκαλεύετε κάθε φορά τους ερμηνευτές σας;
 
Καταπληκτική συνεργασία είχα με όλους, στάθηκαν σαν μαθητές. Αυτός που έχει μία έντονη στάμπα είναι, ξέρετε, ο Βασίλης Λέκκας. Δεν του πείραξα τη στάμπα του, αφού αυτό είναι που θες από έναν τραγουδιστή. Εάν, όμως, δεν παρέμβαινα, ο Λέκκας θα μπορούσε κάθε λέξη του στίχου να την έλεγε με λυγμό. Του έλεγα «Πες το πάλι αυτό, Βασίλη» ή «Απόφυγε εκείνο» και αποδείχτηκε άψογος. Μου έκανε άριστη εντύπωση που ο Λέκκας ερχόταν διαβασμένος στο στούντιο, όχι σαν κάτι άλλους που πάνε και λένε «Τι έχουμε εδώ; Θα το μάθουμε τώρα το τραγούδι, δεν είναι τίποτα»... Ο Λιούγκος, απ' την άλλη, έχει ένα home studio και ηχογραφεί εκεί, αλλά ήρθε από το κανονικό στούντιο και κάναμε πρόβες τα τραγούδια του. Ο Δημοσθένους, ο Ανδρεάτος και τα κορίτσια, η Τσαϊρέλη και η Τουμπάκη, πέρασαν από το στούντιο και δουλέψαμε εκεί κατευθείαν.
 
Ήταν μια έκπληξη για τον Ανδρεάτο η πρόταση που του κάνατε να σας τραγουδήσει;
 
Ναι, ήταν, αν και παλιότερα που είχαμε βρεθεί σε παρέα, μου είχε πει: «Εμείς οι δύο δεν έχουμε συνεργαστεί ποτέ». Του απάντησα «Όλα γίνονται, Γεράσιμε. Μπορεί να έρθει μια στιγμή που θα συνεργαστούμε». Και ήρθε! Θεώρησα ότι αυτά τα δύο τραγούδια πήγαιναν στη φωνή του, αλλά με έναν άλλο Γεράσιμο, όχι δηλαδή τον αμιγώς λαϊκό. Αυτό το είχα ξανακάνει σ' ένα δίσκο μου με γυναικείες φωνές: Της Αλεξίου, της Αρβανιτάκη, της Πασπαλά και της Γλυκερίας. Στης Γλυκερίας τα κομμάτια δεν έβαλα καθόλου μπουζούκι, αλλά μόνο τσέλο και βιολιά. Την ανάγκασα, αν θέλετε, να σταθεί σ' ένα άλλο είδος και να μην κάνει αυτό που ξέρει.
 
Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που κάνει έναν μεγάλο ερμηνευτή σήμερα να επιδιώκει συνεργασίες με «άγουρους» ακόμη συνθέτες και όχι με έμπειρους, σαν εσάς, που έχετε δουλέψει με όλους σχεδόν.
 
Νομίζω ότι όλοι οι μεγάλοι τραγουδιστές, που δεν έγιναν τυχαία μεγάλοι, έχουν μοιραία ολοκληρώσει τον κύκλο τους. Όλη αυτή η ανίχνευση του «να τραγουδήσουμε αυτόν, τον άλλον, τον τρίτο, τον τέταρτο, τον εκατοστό», έχει κλείσει πια. Η φωνή τους έδωσε ότι ήταν να δώσει. Μπορεί να αφήνονται σε νεότερους, αλλά νιώθω ότι πλέον είναι κουρασμένοι με το ν' ανακαλύπτουν καινούργια ενδιαφέροντα πράγματα. Χθες άκουγα ένα τραγούδι του Νταλάρα και μου φάνηκε τόσο κοινότοπο και χιλιοειπωμένο! Έλεγα «Αυτός, ρε παιδί μου, που μια ζωή προπορευόταν της εποχής του;» Ο Νταλάρας κάποτε οσμιζόταν.
 
Αναφερόμαστε βέβαια και σ' έναν τραγουδιστή που εξακολουθεί να κάνει δυο - τρεις δίσκους κάθε χρόνο, είτε ολόκληρους, είτε συμμετοχικά.
 
Αυτό δεν είναι τόσο καλό, γιατί καταρχάς δεν το αντέχει η αγορά. Και καλά κάνουμε και αναφερόμαστε με κάθε καλή διάθεση στον Νταλάρα, γιατί είναι ο κορυφαίος Έλληνας τραγουδιστής. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει πλέον αγορά, όχι δεν το αντέχει! Φαίνεται, λοιπόν, πως η ικανότητα του να οσμίζεται το καλό, έχει ελαχιστοποιηθεί, κάτι που συμβαίνει όμως και με τους υπόλοιπους συναδέλφους του. Η Γαλάνη ίσως ξεφεύγει απ' αυτό, αν υποθέσουμε πως φλερτάρει με πραγματικά ενδιαφέροντα καινούργια πράγματα. Εμένα μου άρεσε πολύ το τραγούδι του Άγγελου Θεοδωράκη, του εγγονού του Μίκη, που το έγραψε μαζί με τον Φασουλά και το τραγούδησε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Το βρήκα εξαιρετικό.
 
Έχετε σκεφτεί ωστόσο πως μέσα σε μια ενδεχόμενη συζήτηση τραγουδιστών, θα μπορούσε να ειπωθεί πως και ο Νότης Μαυρουδής έχει κλείσει τον κύκλο του ως συνθέτης;
 
Φυσικά. Θα παρακαλούσα πάρα πολύ, όμως, να είναι ενημερωμένοι. Τώρα έκανα δεκατρία νέα τραγούδια. Προηγήθηκε ένας άλλος δίσκος με μελοποιήσεις, που δεν φάνηκε καθόλου.
 
Μόνο που δεν φταίτε εσείς γι' αυτό.
 
Όχι βέβαια. Από τους τωρινούς «Ξαφνικούς Επισκέπτες», ένα - δυο τραγούδια έχουν αρχίσει να ξεχωρίζουν, αλλά γενικά ο δίσκος δεν επικοινωνείται. Έτσι, πρέπει κάποιος να'ναι ενημερωμένος για να δεχτώ κι εγώ το ότι έχω κλείσει τον κύκλο μου. Αντίθετα, αν αυτό το έλεγε κάποιος που με παρακολουθεί και ξέρει τις δουλειές μου, θα με έβαζε σε σκέψη και θα με προβλημάτιζε. Επί τη ευκαιρία, να σας πω ότι ετοιμάζω ένα νέο κύκλο τραγουδιών σε στίχους μιας καταπληκτικής πρωτοεμφανιζόμενης στιχουργού από τη Θεσσαλονίκη, της Μάγδας Κατσάμη. Δεν βλέπω την ώρα και τη στιγμή να έρθει για να ηχογραφήσουμε αυτά τα δέκα τραγούδια μας.
 
Τη Νατάσσα Μποφίλιου, ας πούμε, που'ναι το νέο αίμα στο τραγούδι, την παρακολουθείτε;
 
Καλή τραγουδίστρια είναι, αλλά έπρεπε να είχε απλωθεί και σ' άλλους συνθέτες πέραν του Καραμουρατίδη. Δεν έχει σημασία αν έχει συνεργαστεί συναυλιακά με τον Ξαρχάκο και τον Μαρκόπουλο, αφού αυτό που μένει είναι η δισκογραφία. Τη θεωρώ τραγουδίστρια μεγάλης γκάμας.
 
 
Αντώνης Μποσκοΐτης - Νότης Μαυρουδής (φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας)
 
Πιστεύετε ότι η ίδια η εποχής μας κάπου «απονεκρώνει» τους δημιουργούς;
 
Αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση, την οποία όμως δε νιώθω έτοιμος να την απαντήσω. Έχω ένα εξοχικό σπίτι στη Μακρινίτσα στο Πήλιο. Έχω και ογδόντα σκαλιά, όμως, μέχρι να φτάσω στο σπίτι. Όταν ήμουν 35 και 40 ετών, τα έτρεχα τα σκαλιά. Όταν έγινα 50, σταμάτησα να τα τρέχω. Στα 60 μου, ακόμη πιο πολύ. Σήμερα κάνω πέντε - δέκα σκαλιά και μετά πρέπει να σταματήσω να πάρω ανάσα. Θέλω να πω ότι και το τραγούδι είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Έχει κυρίως σώμα, έχει κόκαλα, καρδιά, αίμα, μυαλό! Θα λέγαμε ότι κυρίως σώμα του είναι η μουσική, καρδιά ο στίχος κ.ο.κ. Αναρωτιέμαι μήπως διανύουμε την εποχή που όλα εκτινάσσονται πάνω στο σώμα του τραγουδιού, ηλεκτρικά, ηλεκτρονικά, ενορχηστρωτικά, ηχητικά.Δεν ξέρω τι μπορεί να επινοηθεί ώστε να προκύψουν καινούργιοι ήχοι.  Το σώμα του τραγουδιού πρέπει να ξαποστάσει μέχρι να δούμε προς τα που θα πάει όλο αυτό το ρεύμα των νέων τεχνολογιών. Πάρτε και την ίδια τη γλώσσα, που έχει μπλοκαριστεί. Μιλάνε για το «click away» για τους αγγλομαθείς, αλλά δε σκέφτονται ότι υπάρχουν και κάποιοι που δεν μιλάνε αγγλικά. Εγώ δεν μιλάω αγγλικά, παρά μόνο ιταλικά. Είμαι υποχρεωμένος να αποστηθίζω ορολογίες για να βλέπω τι συμβαίνει. Βγαίνουν ο Μπαμπινιώτης και άλλοι γλωσσολόγοι, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για ένα σωρό ξενικές λέξεις και εκφράσεις που μας κατακλύζουν και πρέπει να τις μάθουμε, διαφορετικά δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε. 
 
Και μέχρι να δούμε προς τα που θα πάει το τραγούδι, η δημιουργία σταματάει;
 
Όχι βέβαια, δεν θα μπορούσα να το πω αυτό. Δεν λέω να κάτσουμε αδρανείς στον καναπέ μας και να περιμένουμε. Εννοώ πως μέσα απ' όλο αυτό, θα βρεθεί ένας, μπορεί νέος, μπορεί παλαιότερος, που θα βρει τη χαραμάδα να ξεμυτίσει και να κάνει κάτι, που όλοι οι άλλοι θα το νιώσουμε πολύ ενδιαφέρον. Έτσι δεν βγήκε ο Χατζιδάκις και έκανε τομή με τον «Κύκλο του CNS», με τραγούδια επιπέδου λίντερ και όχι με τη σύμβαση κουπλέ - ρεφρέν; Που τη βρήκε αυτή τη χαραμάδα ο αθεόφοβος και έκανε το '65 τη Τζοκόντα», έναν απ' τους πιο ευπώλητους δίσκους όλων των εποχών; Γενικά, δεν ξέρουμε ποτέ πότε θα σκάσει το νέο σπέρμα. Μπορεί τώρα, έτσι δύσκολη όπως έχει γίνει η εποχή. Γι' αυτό λέω πρέπει να βλέπουμε προς τα που οδηγείται το πράγμα. Να είμαστε παρατηρητικοί.
 
Πάντα ήθελα να σας ρωτήσω για εκείνο το τραγούδι που είχατε γράψει μαζί με τον Τάσο Σαμαρτζή για τον Διονύση Σαββόπουλο, τον οποίο περάσατε πριονοκορδέλα κυριολεκτικά. Με το χέρι στην καρδιά, μετανιώσατε για το συγκεκριμένο τραγούδι;
 
Όχι! Παρόλο που είμαι ήπιος άνθρωπος και δεν επιθυμώ πόλεμο μ' έναν άλλον, ενώ εκείνος είναι, του αρέσει δηλαδή ο πόλεμος και να προσβάλλει, έχω να πω το εξής: Το τραγούδι αυτό γράφτηκε όταν ο Διονύσης έγινε νεορθόδοξος και όταν ο ένας του γιος παρουσιάστηκε στο στρατό. «Είναι ντροπή να μην πηγαίνει το παιδί σου στο στρατό» είχε βγει κι είχε πει. «Να φυλάμε την πατρίδα» και κάτι άλλα τέτοια εθνικιστικά τσιτάτα. Ήταν τότε που επί υπουργίας Ντόρας Μπακογιάννη, είχε επιχορηγηθεί για να γυρνάει σ' όλα τα στρατόπεδα και να χορεύουν τσάμικα με τον Βαρβιτσιώτη, με ελληνικές σημαίες.
 
Ναι, είναι μια αισθητική χούντας όλο αυτό.
 
Ακριβώς. Προέκυψε λοιπόν ένα τραγούδι δώδεκα λεπτών, μία ροκ μπαλάντα, που δεν παίχτηκε για δύο λόγους: Γιατί ήταν μεγάλης διάρκειας και γιατί όλοι οι παραγωγοί τότε, το '90, ήταν σαββοπουλικοί. Εδώ είχε βγει ο Γιώργος Νοταράς και είπε ότι «ο Νότης Μαυρουδής πρέπει να πλένει το στόμα του πριν μιλήσει για τον Σαββόπουλο»! Τ' ακούς;
 
Εγώ τ' ακούω, ο Σαββόπουλος δεν ξέρω πως το είχε ακούσει τότε.
 
Δεν έβγαλε άχνα. Καμία αντίδραση. Τον συναντούσα σε συνελεύσεις της ΑΕΠΙ, αλλά ήταν ψυχρός και μου γυρνούσε την πλάτη. Εννοείται πως, έκτοτε, δεν ξαναμιλήσαμε. Παρακαλώ, όμως, όποιον ακούσει αυτό το τραγούδι, να σκεφτεί πρώτα την εποχή που φτιάχτηκε.
 
Σήμερα θα γράφατε τραγούδι για τον Σαββόπουλο;
 
Όχι.
 
Γιατί δεν επηρεάζει πια τα κέντρα εξουσίας;
 
Εκτιμώ κάτι στον Σαββόπουλο. Καταρχάς εκτιμώ πολύ τα τραγούδια του, αν και δεν γράφει πια. Τον είχαν ρωτήσει σχετικά κι είχε απαντήσει «Δεν γράφω, αφού δεν έχω έμπνευση». Εκεί είπα: «Μπράβο, ρε μεγάλε, το παραδέχεσαι. Άμα δεν έχεις έμπνευση, κάτσε, δε χρειάζεται να γράφεις συνέχεια». Δεν έμεινε, όμως, ποτέ έξω απ' το παιχνίδι.
 
Συμφωνώ. Είναι ο μόνος που ανακυκλώνει ευφυέστατα ένα υλικό 50 χρόνων.
 
Φυσικά, γιατί ο Σαββόπουλος είναι και ένας πολύ καλός κομπέρ. Φτιάχνει παραστάσεις μοναδικές που βγαίνει και παίζει μονίμως τα παλιά του τραγούδια. Ξέρετε από πότε γνωριζόμαστε; Από 17 χρονών παιδάκια, όταν μπαίναμε στον Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής, με τη Φαραντούρη και τον Λοΐζο. Του αναγνωρίζω σήμερα του Σαββόπουλου που ενώ δεν έχει έμπνευση, δεν απασχολεί και τη δισκογραφία με δικά του πράγματα.
 
 
Σας τρομάζει η σκέψη μια μέρα να μην έχετε κι εσείς έμπνευση;
 
Ναι, ναι, ναι - το λέω τρεις φορές! Έχω όμως μια άμυνα φυσική γι' αυτό.
 
Κοιμάστε εύκολα τα βράδια;
 
Στην τηλεόραση, ναι, αμέσως. Όταν πάω όμως στο κρεβάτι, πρέπει να διαβάσω οπωσδήποτε κι έτσι η ώρα πηγαίνει 4 τα χαράματα. Διαβάζω, μάλιστα, χωρίς γυαλιά στην ηλικία που είμαι. Μόνο όταν οδηγώ, τα φοράω.
 
Κάποιοι γιατροί λένε πως άνθρωποι άνω των 70 που ξενυχτάνε για διάφορους λόγους, έχουν καλά οξυγονωμένο τον εγκέφαλο τους.
 
Σύμφωνοι, αλλά σας είπα πριν για μια άμυνα που έχω. Εγώ έχω ένα πλεονέκτημα σε σχέση μ' άλλους (σ.σ. σηκώνεται και πιάνει την κιθάρα του από τη βάση της). Έχω ένα κομμάτι από ξύλο και παίζω διάφορες τυχαίες νότες. Δεν είναι ένα πιάνο που μετακινείται δύσκολα ή και ένα βιολί. Την κιθάρα την πιάνω εύκολα στα χέρια μου, όποτε θελήσω, άρα με παρακινεί σε μία λειτουργικότητα. Ως εκ τούτου, το αν θα στερέψω καλλιτεχνικά, μπορεί κι αυτό να συμβεί, αλλά ίσως έχει να κάνει με έναν τρόπο λειτουργίας του μυαλού μου.
 
Δεν έχετε άδικο. Πριν λίγο καιρό επισκέφτηκα τον Μίμη Πλέσσα στα 96 του. Ο άνθρωπος κάθισε στο πιάνο και έπαιξε δύο διαφορετικές τζάζι εκδοχές ενός τραγουδιού του Χατζιδάκι.
 
Το καταλαβαίνω. Εγώ πιστεύω ότι μέσα στο μυαλό μας υπάρχουν διάφορα κουτάκια. Το κουτάκι της παλιάς μνήμης, το κουτάκι των γεύσεων, το άλλο των αρωμάτων κλπ. Υπάρχει και το κουτάκι της μουσικής. Αυτά που έχεις παίξει, αυτά που έχουν μάθει τα μέλη του σώματος σου.
 
Εν προκειμένω, δε μιλάμε για κουτάκι, αλλά για μπαούλο.
 
Εννοείται. Μπαουλάρα κιόλας! Τέλος πάντων, ενώ τα άλλα κουτάκια κάποια στιγμή θα κλείσουν με τα χρόνια, αυτό δεν κλείνει ποτέ. Έτσι νομίζω δηλαδή, γιατί παίζει να μη μπορείς να ξαναπιάσεις την κιθάρα λόγω αρθριτικών. Η επιθυμία, όμως, όλες οι αισθήσεις μας, είναι συντονισμένες σ' έναν μηχανισμό που μάθαμε επί σειρά δεκαετιών. Είναι σαν να έχουμε κρυπτογραφήσει όλα μας τα συναισθήματα σε νότες, σ' ένα μουσικό σύστημα. Έτσι λειτουργεί ένας αυτοσχεδιαστής μουσικός, είτε είναι νέος, είτε γέρος. Άπαξ και πιάσει το όργανο, θα παίξει θέματα, τα οποία δεν θα ξέρει από που τού'ρχονται. Κάτι τέτοια συμβαίνουν, τα οποία τα λέμε μεταφυσικά, στην πραγματικότητα όμως αποτελούν μία συνήθεια της σκέψης.
 
 
Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας
 
Πριν σας αφήσω, θέλω να συζητήσουμε λίγο το διαβόητο θέμα των τελευταίων ημερών, την άσκηση βίαιης εξουσίας των «δυνατών» προς τους πιο «αδύναμους» στην τέχνη.
 
Δεν είχα ακούσει συγκεκριμένα γεγονότα, αλλά ήξερα ότι ο χώρος μου έχει και αυτά τα συμπτώματα. Καταλάβαινα, μεγαλώνοντας, ότι τα ίδια συμπτώματα υπάρχουν σ' όλους τους εργασιακούς χώρους. Δεν ξαφνιάστηκα τόσο με τα γεγονότα, όσο με τα πρόσωπα. Ακόμη και για τα πρόσωπα, όμως, ο χώρος μας εδώ είναι ένα μικρό χωριό και τέτοιες δράσεις μαθαίνονται.
 
Είναι σαν να βγουν αύριο κατηγορίες ανάλογες για νεκρούς, σαν τον Κουν, τον Αγγελόπουλο ή τον Κούνδουρο.
 
Ακριβώς. Θα είναι επιεικώς απαράδεκτο. Έχεις να κάνεις με έναν απόντα, που δεν σου λέω να σεβαστείς τη μνήμη του, αφού ούτως ή άλλως δεν τη σέβεσαι, ωστόσο δεν είναι και σωστό από δεοντολογικής άποψης. Η δεοντολογία δεν σου επιτρέπει να πιάνεις στο στόμα σου ανθρώπους που έχουν πεθάνει και που δεν μπορούν ν' απαντήσουν, όσο και καθίκια να ήταν. Και δεν λέω ότι είμαστε όλοι άγιοι, προς Θεού. Το μήνυμα όλο βρίσκεται στο κλειδί που έδωσε η Μπεκατώρου για να ανοίξει η πόρτα των καταγγελιών. Πολύ θαρραλέα ενέργεια από μέρους της, την οποία εκτιμώ απεριόριστα, ακόμη κι αν κάποιος μπορεί να έχει τις αντιρρήσεις του. Δεν αξίζει να μένουμε σ' αυτές παρά μόνο στην γενναία πράξη της καθαυτή. Το ζήτημα είναι ένα: Όχι να μην κάνεις καταδικαστέες πράξεις, με το φόβο μη συλληφθείς, αλλά να έχεις την κουλτούρα που σέβεται το ανθρώπινο σώμα σε αθλητισμό, σε πολιτισμό και σε οποιονδήποτε επαγγελματικό τομέα. Διαφορετικά, αν ο καθένας θεωρεί κτήμα του ένα άλλο σώμα, χαθήκαμε!
 
 
Με τον Σνούπι, το δύο μηνών κοκεράκι του (φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας)
 
* Το βιβλίο - CD «Ξαφνικοί επισκέπτες» του Νότη Μαυρουδή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άπαρσις. Στίχοι των: Κέλλυς Αλεφάντου, Λυσάνδρας Αναστασοπούλου, Ανδρομάχης Δαμαλά, Μιχάλη Δήμα, Ιωάννας Κολλινιάτη, Αντιγόνης Κολοβέντζου, Δήμητρας Κουντουριώτη, Βίβιαν Ματσούκα, Ειρήνης Παπαδοπούλου, Νίκης Ρουσοπούλου - Παππά, Παναγιώτη Στράκαρη, Νάνσυς Φωτοπούλου. Τραγουδούν: Γεράσιμος Ανδρεάτος, Δώρος Δημοσθένους, Βασίλης Λέκκας, Ηλίας Λιούγκος, Ειρήνη Τουμπάκη, Μόρφω Τσαϊρέλη
 
** Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης δημοσιεύθηκε στο Docville με το Documento της Κυριακής 7.2.21))
Αφήστε το σχόλιό σας