Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΑΟΥΣΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ "ΑΠΝΟΙΑ ΜΝΗΜΗ" ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2020

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΑΠΝΟΙΑ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ Κ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΥ (ΗΡΑΚΛΕΙΟ 31/1/2020)

Γ. Τσιαούσης - αν. καθηγητής Ιατρικής Σχολής Παν. Κρήτης

«Ο χρόνος που ορίσαμε
Εκδικείται,
στο πάγωμά του
μετράμε την απώλεια
και μεγαλώνουμε.
Ο χρόνος που ορίσαμε
γελά,
στη διαστολή του
μετράμε το μπόι μας με το σύμπαν
και μεγαλώνουμε.»

Κάπως έτσι ορίζει τον χρόνο η Κατερίνα Θανοπούλου στο ποίημά της  Memory Blues. Και για να είμαι ακόμη πιο ακριβής δεν τον ορίζει απλά , αλλά τον προκαλεί και ταυτοχρόνως  μας προκαλεί στην αναμέτρηση μαζί του . Μετράμε το ανάστημά μας ύστερα από τρεις δεκαετίες για να δούμε αν μεγαλώσαμε και πόσο μεγαλώσαμε. Σε αυτήν την πρόκληση εντάσσεται και η αποδοχή της πρόσκλησης από την αφεντιά μου, να μιλήσω ως μη ειδικός για την δεύτερη ποιητική συλλογή της την «Άπνοια Μνήμη». Δεν ξέρω αν η επιλογή μεταξύ της Νάντιας Βαλαβάνη κι εμού, για το ποια συλλογή θα παρουσιάσει ο καθένας μας, ήταν τυχαία, ή αν η Κατερίνα μου επιφύλαξε την «Άπνοια» λόγω της ιατρικής μου ιδιότητας. Πάντως στην «’Άπνοια Μνήμη» η αίσθησή μου είναι ότι η ανάσα και η αναπνοή είναι διαρκώς παρούσες. Στο «Fractal»  όπου υπερβαίνει τους κανόνες της ευκλείδειας γεωμετρίας, μια ανάσα θάλασσες και μια θάλασσα ανάσες μετασχηματίζουν τις στιγμές σε αιώνες και τον αιώνα σε στιγμή . Από την άλλη πλευρά, η ποιήτρια στο «Ανασαίνω» αναπνέει μέσα από τις μνήμες των πετρόχτιστων σπιτιών που πιθανότατα παραπέμπουν στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική της αρκαδικής γης που τυχαίνει να είναι ένα από τα κοινά αναφορικά μας στοιχεία.

Ανασαίνω

Πετρόσπιτα λιθόχτιστα,
μνήμες και τώρα
ολούθε.
Μαζί παράδοση και αλυσίδα
γλύκα και πίκρα,
στις πεζούλες.
Η Ελλάδα που αντιστέκεται
Η Ελλάδα που υποκύπτει

 Η ποιήτρια αποκαλύπτει από πού αντλεί την ανάσα της, από την Ελλάδα που αντιστέκεται, αλλά και την Ελλάδα που υποκύπτει.  Τα παραπάνω δίπολα είναι ένα μόνο δείγμα της διαλεκτικής της ποιητικής της Κατερίνας. Μία διαλεκτική που διαπερνά τον ιστορικό χρόνο , το κοινωνικό γίγνεσθαι αλλά και τις  ατομικές διαδρομές, ενσωματωμένες  στα δύο πρώτα. Μια διαλεκτική που εκφράζεται με γλώσσα τραχιά, κοφτερή που ανατέμνει το κοινωνικό σώμα.

 «κοιτώ τη σκουριά, στα κάγκελα
της κοινωνίας που χωρίζει…» μας λέει «Περαστική περνώντας» και διερωτάται «πόσα εγώ να χωρέσουν στον καθρέφτη» για να αποφανθεί τελικώς
«Αγκομαχά η ιστορία
περνώντας τη γενιά.»
ή πιο κάτω στην «Ελευθερία» «Δίπλα ο θάνατος, μετρούσε με την πείνα τους οπαδούς.
Τα ρουθούνια άχνιζαν μεγάλα, ζωντανά,
εκλιπαρούσαν κατανόηση ή νόηση ανύπαρκτη»

Παρά την τραχύτητα της, η γλώσσα δεν είναι εύκολη, ούτε επιζητά ποικίλματα και καλολογικά φτιασίδια. Επιπροσθέτως, το λυρικό στοιχείο χωρίς να είναι απών εμφανίζεται υποδορίως, αποκαλύπτοντας μιαν άλλη σημαντική πλευρά της ποιητικής της Θανοπούλου.

Μυρίζει ο έρωτας.
Καθώς γλύφει η σελήνη
τους αγκώνες των βουνών
δαμάσκηνο χαράζει
την άλλη μέρα,
προσδοκώντας
να λιώσει η απόχρωση.

Λυρικά στοιχεία που δεν στοχεύουν στο να κολακεύσουν το μάτι του αναγνώστη, ή το αυτί του ακροατή, αλλά ενσωματώνονται στο πυρηνικό στοιχείο της ποίησής της.  Και δια του λόγου το αληθές στον «Κόκκινο πλαγιότιτλο» ως άλλος Όμηρος ζητά από τη δική της Μούσα:

«Να καθίσουν οι λέξεις
μια-μια
για να βρεις πριν την τελεία
-ίσως-
την ήρεμη επίγνωση της μνήμης.»

Συνεπώς και η γλώσσα έχει ως τελικό στόχο την ενσάρκωση και την επίγνωση  της μνήμης που αποτελεί τ ον κεντρικό πυρήνα της ποιητικής της Κατερίνας. Από τον Λαβύρινθο στην Άπνοια, αλλά αδιαλείπτως στη Μνήμη.  

Ποια είναι η Μνήμη όμως που διατρέχει το ποιητικό έργο της; Είναι το πάγωμα του χρόνου; Είναι το ανάγνωσμα της Ύπαρξης που αργοπεθαίνει λεηλατώντας φθονερά τους χρόνους του πάγου; Ή μήπως είναι ήχοι και εικόνες που έρχονται βογκώντας εκεί στην εκδίκηση του χρόνου και ζητούν δικαίωση; Είναι ήχοι που ξύνουν τη σιγαλιά, ήχοι της σιωπής -όπως μας λέει στο ομώνυμο ποίημά της- που πιθανόν έρχονται να υποκαταστήσουν τις ζωές μας που πέθαναν, γιατί ξέχασαν να τραγουδούν στα αστέρια. Ή ακόμα κι αν δεν πέθαναν, περιορίζονται σε μια περιφορά της ελαφρότητας του είναι, της αβάσταχτης ελαφρότητας της επιβίωσης. Γιατί άλλο πράγμα η ζωή και άλλο η επιβίωση…  

Διαβάζοντας την Άπνοια Μνήμη ανακαλύπτει κανείς τα συστατικά της. Άνθρωποι, έρωτες, όνειρα, απώλειες,  αγωνίες, αγώνες και ματαιώσεις, καθώς και άλλα στοιχεία της καθημερινότητας. Θεματολογία δηλαδή που δε διεκδικεί κάποια πρωτοτυπία. Άλλωστε η ποίηση δεν διεκδικεί την πρωτοτυπία ούτε της θεματολογίας, ούτε των εκφραστικών μέσων. Αυτό που διεκδικεί είναι το ευήκοον ους στην εξομολογητική διάθεση του υποκειμένου της. Και στην προκειμένη περίπτωση η Κατερίνα το πετυχαίνει με κύριο μέσο το προσωπικό της σύμπαν που βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με το κοινωνικό μας σύμπαν, με τη σχέση ερυθρού γίγαντα – λευκού νάνου να περιορίζεται μόνο στο συγκεκριμένο ποίημα.

Η κοινωνική διάσταση και αναφορά δεν είναι προπετής, η σκέψη είναι το εργαλείο και μαζί με το συναίσθημα ακουμπούν στον άνθρωπο.
Οι καιροί συνοδεύουν τις ανάγκες
μα κι αυτές κοπιάζεις να τις καταλάβεις.
Οι καιροί διψούνε για σκέψη
μα κι αυτή θέλει αντάμωμα
για να γίνει πράξη.

Κάπου εδώ θα μου επιτρέψετε να επανέλθω σ’ ένα προηγούμενο ερώτημα… Γιατί άπνοια η μνήμη;  Μια μνήμη που ανασαίνει από το παρελθόν και μπορεί να βιώνεται ως ενεργή κατάσταση στο παρόν, μπορεί να σχετίζεται με τη νεκρή φύση της άπνοιας; Η άπνοια-ή διαφορετικά η νηνεμία- μαρτυρά κατά τη γνώμη μου την συμφιλίωση ίσως της  ποιήτριας με όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη μνήμη, οδηγώντας σ’ ένα είδος κάθαρσης και απόλυτης ηρεμίας. 

Άφησα για το τέλος, την τόλμη και τη λεβεντιά, δυο από τα πλέον ιδιαίτερα  χαρακτηριστικά της Κατερίνας που θυμάμαι, και τα οποία αποτυπώνονται στα ποιήματά της, με τρόπο υπαινικτικό και διασταλτικό, τόσο του τόπου όσο και της εποχής….

Κοίτα ψηλά
Κοίτα μακριά
Αλάργα
θωρείς αλλιώς το μονοπάτι,
εντός του
χάνεσαι.

Αφήστε το σχόλιό σας