Χ. Ποζίδης, Γλωσσικό Αντάρτικο: ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ - Γράφει ο Αθανάσιος Οικονόμου

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2021

 

Χ. Ποζίδης, Γλωσσικό Αντάρτικο:
ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

Μία σημαντική συμβολή - για τα Ελληνικά γράμματα και πράγματα - στη Φιλοσοφία της Γλώσσας αποτελεί η πρόσφατη μελέτη του δασκάλου Χρήστου Ποζίδη, την οποία καταθέτει στη σχετικά μικρή βιβλιογραφία επί του θέματος με το βιβλίο του «Γλωσσικό Αντάρτικο» (εκδόσεις Άπαρσις: 2020, σσ. 103).

Η φιλοσοφία της γλώσσας περιλαμβάνει και τους τρεις κλάδους της Φιλοσοφίας: Γνωσιοθεωρία, Ηθική, Αισθητική.
Το καθαρά γνωσιοθεωρητικό σκέλος καλύπτεται in passim σχεδόν σε όλα τα μικρά δοκίμια του βιβλίου που συνθέτουν σπονδυλωτά μια πλήρη, αν και όχι συστηματική, εξέταση του γλωσσικού φαινομένου ως αναπόσπαστου ιδιοσυστατικού χαρακτηριστικού ανθρώπων και κοινωνιών. Ο συγγραφέας παίρνει μια θέση ευθύς εξαρχής αμιγώς ιδεολογική. Υποστηρίζει με θέρμη ότι η γλώσσα μεταφέρει κυρίως ιδεολογία και ταξική συνείδηση. Κάνει λόγο για ταξική πάλη της χρήσης της γλώσσας ως ιδεολόγημα που αντιπαραθέτει δύο διαφορετικούς κόσμους: αυτού της άρχουσας ή κυρίαρχης τάξης με όλη την αυταρχικότητα, τον δογματισμό και τη σταθερή προσήλωση στα υψοποιητικά μεν, καταδυναστευτικά δε και απολιθωμένα προτάγματα πολιτισμού που εκπροσωπεί. Ο άλλος κόσμος αφορά το λαό, τα λαϊκά στρώματα της κοινωνίας, με όλο τον αυθορμητισμό, τη φαντασία και την απλοποιητική (ανάλαφρη) σκέψη και τον «ελευθεριότερο» τρόπο της κουλτούρας του που τη ζει. Ο Ποζίδης επιμένει ότι η σχέση με τη γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας (λαλιά) εκφράζει και αποτυπώνει τις σχέσεις εξουσίας που επιβάλλονται άνωθεν, αλλά και μάχονται από τα κάτω με ένα ιδιότυπο «γλωσσικό αντάρτικο» που εισηγείται ως κατακλείδα της σκέψης του.
Η ηθική της γλώσσας κατά τον Ποζίδη συνιστά πράξη απελευθέρωσης, αναιρετικής της αλλοτρίωσης, κατάργησης της δουλείας των εξουσιαστών και εντέλει ηθικοποίησης της κοινωνίας με βάση τα ιδεώδη της (Δυτικής) αναγέννησης και του διαφωτισμού. Το «αντάρτικό» του δεν σκαρφαλώνει βουνά και ο οπλισμός του δεν είναι αυτός των ατάκτων. Κατά τη γνώμη του συγγραφέα, ο καθένας μας μπορεί να αναλάβει υπεύθυνα και ταπεινά τη στρατηγική, όχι άλλο πια «κάθαρσης της γλώσσας», αλλά ενός γλωσσικού σχεδιασμού που θα αντιμάχεται τις παραδεδομένες «ξύλινες γλώσσες», με τις οποίες οι εξουσιαστικοί φορείς (κράτος, εκκλησία, τύπος) ασκούν επί αιώνες έλεγχο και χειραγώγηση για την καθυπόταξη λαών στον όποιο πληθυντικό.
Εξ ού και η αισθητική της γλώσσας κατά τον ίδιο συγγραφέα περιλαμβάνει φαινόμενα της καθημερινής ζωής, όχι λιγότερο υψοποιητικά, όπως ο ερωτισμός, το φλερτ, η τζαζ (αυτοσχεδιασμός) και η φυσιολατρία. Η ποιητική γλώσσα δεν διαχωρίζεται με απόλυτο τρόπο από τη γλώσσα των στιχουργών: υπάρχουν συνάφειες και αμοιβαίες επικαλύψεις, ενώ η μουσική και η μελοποιΐα αναδεικνύει τις ποιητικές μορφές, ακόμα και ελλείψει περιεχομένου. Αυτό που έχει καίρια σημασία είναι η γραμματική: όχι η «ενδεδειγμένη» χρήση της, αλλά εκείνη που αναβλύζει εκ των έσω σαν πίδακας που τινάσσεται και δροσίζει τους καύσωνες της αφόρητης εκζήτησης και τυποποίησης κάθε γλωσσικού κώδικα.

Ο Ποζίδης μιλά για «πολυποικιλότητα» της γλώσσας και ίσως έχει κατά νουν ένα γλωσσικό σύστημα με τη μαθηματική έννοια του όρου. Εμείς θα μιλούσαμε για την Ελληνική κυρίως γλώσσα, την Κοινήν Ελληνική Λαλιά (Καβάφης, «Στα 200 π.Χ.»), ως έναν ζωντανό οργανισμό που διασώζει και μεταφέρει όλο το ύφος, το ήθος, τον πολιτισμό, την ιστορία κ.ά.π., χάρις στη θαυμαστή «βιοποικιλότητά» της. Βλέπουμε συχνά να ανασύρονται από τη λήθη και να αναβιώνουν αρχαίοι ή βυζαντινοί τύποι και, εντασσόμενοι σε κατάλληλα συμφραζόμενα, να ανακτούν ζωτικότητα και χρήσιμη λειτουργικότητα. Αν το ατόπημα του γλωσσικού διχασμού παρέβλεψε το γεγονός ότι και οι δημοτικιστές και οι καθαρευουσιάνοι ήταν το ίδιο «καθαρολόγοι» και επιχειρήθηκαν βίαιες λοβοτομές και παρθενορραφές στον ενιαίο γλωσσικό κορμό εκατέρωθεν, κατά τον ίδιο λόγο, δεν μπορούμε να προδικάσουμε το ποια γλώσσα είναι «νεκρή» και ποια σε εξέλιξη «νεκροφάνειας». Εδώ ίσως μπορούμε να εντοπίσουμε τα όρια του γλωσσικού σχεδιασμού.

Το ύφος του βιβλίου είναι πολύ ευχάριστο, παιχνιδιάρικο και ευρηματικό και η ανάγνωσή του δεν υστερεί σε διανοητικό ύψος.
Κλείνοντας, θέλω να αφιερώσω στον συγγραφέα τρεις στίχους του Ν. Καζαντζάκη που ξέρω ότι θα του αρέσουν (είναι από την «Αναφορά στον Γκρέκο»):
Μωρ’ έχε γεια και μάθε, σάρκα τρούπια:
δεν είν’ η τέχνη υποταγή και νόμος,
μόν’ δαίμονας που σπάζει τα καλούπια…

 

Αθανάσιος Δημ. Οικονόμου

6.2.2021
Άλιμος

 

Δείτε περισσότερα για το βιβλίο εδώ..

Αφήστε το σχόλιό σας