Κριτική για την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Βασιλείου "Τα όνειρα περπάτησαν στη γη" στο περιοδικό "Μανδραγόρας"

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2021

Δημήτρης Ν. Βασιλείου, Τα όνειρα περπάτησαν στη γη, Ποίηση,
εκδ. Άπαρσις, Αθήνα

2020, σελ. 64

Περιοδικό "Μανδραγόρας" τεύχος 64 

Ο μεγάλος περίπατος των ονείρων

 

 

Τα όνειρα τελικά περπάτησαν στη γη. Αυτό έγινε καθόλα αντιληπτό από το
αποτέλεσμα της κίνησής τους, ένα παράδοξο αποτύπωμα που άφησαν στο χώμα, κατά
τον συνεχή τους δρόμο, έχοντας αναπτύξει από πολύ νωρίς τον μηχανισμό της όρθιας
στάσης και βάδισης στα δυο τους πάντα πόδια, παράλληλα αποκτώντας όλες τις
γνωστές σε εμάς ανθρώπινες συνήθειες. Έδειξαν στη διάρκεια της διαδρομής τους
την πορεία, την ανάβαση προς την ουτοπία, αφού πρώτα κυνηγήθηκαν,
σταυρώθηκαν, κυλίστηκαν στις λάσπες, περνώντας μέσα από την πυρά της
ανθρώπινης δράσης, της κορύφωσης των κυοφορούμενων ιδεών τους, για να
μετουσιωθούν πάλι και να αναχθούν στην καθαρότερη μορφή τους, αυτή της πιο
αποκρυσταλλωμένης θεωρίας. Πιστά πάντα στον νόμο της διαλεκτικής ότι η πράξη
είναι αυτή που τελικά ανατροφοδοτεί την ίδια τη θεωρητική βάση των πραγμάτων.
Έτσι ακριβώς και ο ποιητής Δημήτρης Βασιλείου σε αναλογία με την εντέκατη θέση
για τον Φόιερμπαχ του Καρλ Μαρξ δημιουργεί με τον λόγο του ένα σχίσμα, ένα
«λεκτικό πλήγμα» στο εποικοδόμημα της αστικής φιλοσοφίας και ιδεολογίας που
θέλει τους φιλοσόφους αλλά και τους ποιητές να ερμηνεύουν μονάχα τον κόσμο. Τα
όνειρα που δομεί ο Βασιλείου μέσα στην ποιητική του αυτή σύνθεση είναι
αποφασισμένα να αλλάξουν τελικά τον κόσμο. Και αν η ουτοπία για τον Θεόδωρο
Αγγελόπουλο στην ταινία του «Η σκόνη του χρόνου» απεικονίζεται με το σπασμένο,
το ξεκομμένο από το σώμα τρίτο φτερό του αγγέλου, τα όνειρα του ποιητή ίσως και
να είναι η συγκολλητική ουσία πάνω στα όρια της ασυνέχειας των υλικών
συστατικών της πραγματικότητας, πιθανότατα και το τελικό, το καταληκτικό στην
αλληλουχία όνειρο, το πιο ηδονικά ουτοπικό του Ακίρα Κουροσάβα για όσους έχουν
δει την ομότιτλη ταινία τα «Όνειρα». Ο Δημήτρης Βασιλείου κάνει χρήση του υλικού
τμήματος του ονείρου και μέσα από τις εκρήξεις στον βαθύτερο πυρήνα του δίνει τη
μάχη μαζί του, μαζί τους, για την αποκατάσταση των χαμένων κοινωνικών και
πολιτικών οραμάτων. Πάνω στον Γράμμο βρίσκεται πιασμένος χέρι χέρι, μια αλυσίδα
ονείρων που μάχεται τον Αύγουστο του 1949. Τα όνειρα είναι η διαθήκη και η
πολιτιστική κληρονομιά μαζί, είναι η γερασμένη, ετοιμοθάνατη, εβδομηντάχρονη
μητέρα των λαών που κάποτε λεγόταν Σοβιετική Ένωση και που ξαναγεννιέται με
καισαρική τομή από τον νέο Λένιν μέσα από τη μήτρα της ανάγκης και της Ιστορίας.
Στο ποίημα «Στην πρώτη γραμμή» διαβάζουμε: Τα όνειρά μου λεύτερα κινούνται από
αιώνα σε αιώνα, με τον Σπάρτακο συνομιλούν και τον Φεραίο, στης Κομμούνας τις
σπίθες και στου Οχτώβρη τις φωτιές αναφλέγονται, ώσπου να κλάψουν πάνω στα
συντρίμμια τους. Μα πάλι παρόντα, γιατί λειψή η ζωή και τ’ αύριο θαμπό, το δίκιο
ανάποδα κι ο πόνος πιο βαρύς.
Τα όνειρα προχωρούν μαζί με το όραμα της Επανάστασης στην ποιητική αυτή
σύνθεση. Βαδίζουν βαθιά μέσα στο μέλλον όσο υπάρχουν ακόμα στη γη άνθρωποι
κληρονόμοι, φορείς των ιδεών της ελευθερίας και της δικαιοσύνης και ας είναι
φουρτουνιασμένη γύρω τους η θάλασσα και ας μπατάρισε ο καιρός που λέει και ο
ποιητής Καββαδίας. Αυτά αποφασισμένα, σε πείσμα των καιρών, ταξιδεύουν μέσα
στη δική τους κιβωτό, πάντα σε ετοιμότητα να αποβιβαστούν στην πιο στέρεα γη, στα
πέρατα του υγρού στοιχείου, στην αμμουδιά της μεγάλης νήσου της ουτοπίας.
Χαρακτηριστικά το ποίημα «Κιβωτός ονείρων»: Σε κατακλυσμιαίο ωκεανό/ πλέει το
σκαρί μου/ σαν άλλη κιβωτός/ των ανθρώπων τα όνειρα/ ορθόπλωρα κρατεί/ διαθήκη
στο μέλλον.
Το ποίημα φέρνει στο μυαλό τη σκηνή από το Ταξίδι στα Κύθηρα με τον Μάνο

Κατράκη σε μια σχεδία να απομακρύνεται από τη στεριά και να στέκεται όρθιος,
ευθυτενής, γερασμένος, κρατώντας μια ομπρέλα στο χέρι να τον προστατεύει από τη
βροχή.
Η ποιητική σύνθεση του Δημήτρη Βασιλείου ως προς τη δομή της ομοιάζει με
πυραμίδα ή με παγόβουνο. Στη βάση της θα έλεγε κανείς πως βρίσκεται το πρώτο
μέρος της που έχει τίτλο ίδιο με αυτόν του βιβλίου «Τα όνειρα περπάτησαν στη γη».
Στο πρώτο μέρος ακριβώς και με ποιήματα πιο εκτενή είναι φανερή μια ψυχική
διεργασία πιο ασύνειδη όπου ο ποιητής μιλάει σαν από άμβωνος θυμίζοντας τον
μεγάλο ποιητή Μαγιακόφσκι, κηρύσσοντας την Επανάσταση. Συνομιλεί επίσης και
με έναν άλλο ποιητή, τον Μιχάλη Κατσαρό, μετουσιώνοντας ή συνδέοντας το
«Αντισταθείτε» με το δικό του τώρα «Επιτεθείτε». Έτσι, στη σελίδα 22 του βιβλίου
διαβάζουμε χαρακτηριστικά: Επιτεθείτε! Ψωμί να δώσουμε, όχι να το υποσχόμαστε
μόνο! Επιτεθείτε! Ζωή να γίνουν τα όμορφα λόγια!
Στο ποίημα «Έτσι θέλω να έρθεις» μας εντυπωσιάζουν οι στίχοι: Θέλω να κοκκινίσει
ο ουρανός στη θέα της αλήθειας... Έτσι θέλω να έρθεις! Σαν Ανάγκη του Καιρού μας!
Σαν Επανάσταση Ζωής!
Στη ροή του ποιητικού λόγου ακολουθεί το τμήμα της συλλογής με τίτλο «Απέραντη
Ελευθερία» που είναι μια αισιόδοξη προβολή στο μέλλον, μια εξόρμηση στον ουρανό
των ιδεών και της Επανάστασης, μια μετουσίωση του λόγου και της δράσης, μια
υπόσχεση νίκης. Το αμέσως επόμενο με τον τίτλο «Τα όνειρα καραδοκούν» είναι μια
δέσμη ποιημάτων όπου τα όνειρα γίνονται από μόνα τους οι βασικοί πρωταγωνιστές,
παίρνοντας την όλη κατάσταση στα χέρια τους. Ακολουθούν τα «Προσκλητήρια
Ανάστασης- Εις Μνήμην», μια αέναη συνομιλία με τους νεκρούς αγωνιστές μας.
Η κορυφή της πυραμίδας ή καλύτερα η μύτη του παγόβουνου της ποιητικής
σύνθεσης, με την οποία ολοκληρώνεται το βιβλίο, είναι τα «Δέκα χαϊκού» που
αποτελούν μια συνόψιση, έναν μεστό επίλογο, συμπαγή νοηματικά.
Τα όνειρα, που κοκκινίζει το αύριο μέσα τους, όπως όμορφα διαβάζουμε στο πέρασμα
των γραμμών του βιβλίου, αφηγούνται και μιλούν από μόνα τους, με τις δικές τους
φωνές, εξιστορώντας τις ζωές των ανθρώπων, των ηρώων, όσων θυσιάστηκαν για
έναν καλύτερο κόσμο. Μια ποίηση που γίνεται πολυφωνική, με πρωταγωνιστές την
ιδιόλεκτο και τα αιτήματα των ίδιων των ονείρων που μοιάζουν καθαρά ανθρώπινα,
κάθε ποίημα και όνειρο και που φαίνεται στο σύνολό τους να συγκροτούν το ένα και
ενιαίο όραμα του ίδιου του ποιητή.
Η απλότητα στην έκφραση και η αμεσότητα του λόγου χαρακτηρίζουν τα ποιήματα
του Δημήτρη Βασιλείου. Άλλωστε αυτό είναι και το ζητούμενο στην τέχνη.
Αφαιρετικός ο λόγος, καθαρός στις συνδηλώσεις και στα νοήματα που πηγάζουν από
αυτόν, με αριστοτεχνική σύνδεση σημαίνοντος και σημαινόμενου. Τίποτα δεν λείπει
στην ποιητική έκφραση και τίποτα δεν περισσεύει. Λόγος ομοιοκατάληκτος σε
κάποια ποιήματα, αλλού πιο ελεύθερος, ζυγισμένος, με αυστηρή δομή, καλά
δουλεμένος. Ακροβατεί διαρκώς η κεντρική «σκηνή» του ποιήματος ανάμεσα στην
μέθοδο Στανισλάφσκι, αν θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ορολογία θεάτρου,
όπου το συναίσθημα απελευθερώνεται, μια κατακλυσμιαία συγκινησιακή φόρτιση
μέσα από την ενεργοποίηση της μνήμης και σε μια πιο διδακτική Μπρεχτικού τύπου
διάθεση. Επαναστατικός ο ποιητικός λόγος ως προς την έκρηξη του συναισθήματος,
αλλά και διδακτικός, αποστασιοποιημένος σε αρκετά σημεία, ανάγνωσμα και
εργαλείο σκέψης για τις νεότερες γενιές.
Εκείνο που χαρακτηρίζει την ποίηση του Δημήτρη Βασιλείου είναι ότι οικοδομείται
πάνω σε μία κυρίαρχη αντίθεση, κάτι που επίσης παρατηρείται κατά βάση στα
γραπτά, πεζά και ποιητικά, του Μπρεχτ και που είναι η κοινωνικοπολιτική αντίθεση,
η αντίθεση των τάξεων, η πάλη των τάξεων, ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους ή

αλλιώς ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Ως επιστήμονας
οικονομολόγος γνωρίζει καλά την επικαιρότητα της μαρξιστικής θεωρίας αφού δεν
έχουν αρθεί ακόμα μέχρι σήμερα οι συνθήκες που τη δημιούργησαν. Έτσι η ποίησή
του δεν ταλαντεύεται σε κάλπικα διλήμματα. Υποστηρίζει την Επανάσταση που μέσα
της εμπεριέχει όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης δράσης, μαζί και τη δύναμη της
αγάπης αλλά και του έρωτα, στήνοντας στον τοίχο τους ιδιωτεύοντες αστούς αλλά
και μικροαστούς ποιητές που βαριανασαίνουν μέσα στο υπαρξιακό τους
παραλήρημα. Βλ. το ποίημα «Το χρώμα του ορίζοντα»: Στου δρόμου τη φωτιά/
κρατούσε ψηλά/ μια κόκκινη σημαία,/ δίνοντας νόημα/ και χρώμα στον ορίζοντα!//
Όπως τότε,/ που ένα κόκκινο τριαντάφυλλο/ στης αγαπημένης την καρδιά/ έλεγε
περισσότερα/ απ’ τα τριάντα φύλλα του!
Ο Δημήτρης Βασιλείου μέσα από την καθολικότητα του λόγου και της γραφής του
αγγίζει και ένα άλλο σοβαρό ζήτημα. Χωρίς να ενσωματώνει μέσα στον ψυχισμό του
και κατά συνέπεια στην ποίησή του την ήττα, διαχειρίζεται επιτυχώς το συλλογικό
τραύμα του εμφυλίου αλλά και της πτώσης του υπαρκτού σοσιαλισμού όχι με μια
επιδερμική ματιά, ούτε με φιλολογική διάθεση δίνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τροφή
στον πληκτικό μονόδρομο μιας υπαρξιακής ποίησης που ερμηνεύει τα πάντα με
κέντρο το πελώριο καθρεπτικό εγώ, μιας ποίησης καθαρά ιδεαλιστικής και αστικής
των ομοτέχνων του. Αντιθέτως, τα υποκείμενα των ποιημάτων του, τα όνειρα-
πρόσωπα ανθρώπων του παρελθόντος άλλα και του μέλλοντος έχουν σάρκα και οστά
και ξεπροβάλλουν διαρκώς μέσα από τα χαίνοντα άκρα του συλλογικού ιστορικού
τραύματος, επουλώνοντάς το. Το συλλογικό υποσυνείδητο, αυτό το αχαρτογράφητο
ψυχικό απόθεμα, κοινό σε όλους τους λαούς από καταβολής κόσμου, είναι
εμπλουτισμένο με εικόνες αρχετυπικές όπως εκείνη του ήρωα, του πρωτοπόρου του
κοινωνικού συνόλου, του γενναίου, που δίνει τη ζωή του για τη συλλογικότητα και
εκείνο το αρχέτυπο της μεγάλης μητέρας που νοείται και ως φύση, ως μήτρα δηλαδή,
αλλά και ως κοινωνία και Ιστορία. Όλα αυτά προβάλλουν μεταφέροντας στο μέλλον
την οριστική γιατρειά αυτού του ιστορικού τραύματος, σε μια πιο δίκαιη κοινωνία, σε
μια απελευθερωμένη από τα δεσμά της εκμετάλλευσης ανθρωπότητα. Μέσα από τα
ποιήματα του Βασιλείου όπως και σε κάθε σοβαρή και ειλικρινή μορφή τέχνης που
θεραπεύει με την προσεκτική της ανάγνωση τόσο τον δέκτη της όσο και τον ίδιο τον
καλλιτέχνη ―σαν μια διαλεκτική με την ίδια την κοινωνία αναμέτρηση της ευθύνης
του απέναντι στους ανθρώπους―, τα όνειρα, τα οράματα νεκρών και ζωντανών
περιπλέκονται, με γέφυρες επικοινωνίας που διαρκώς ανοίγουν και με την Αχερουσία
λίμνη πάντοτε παρούσα στην ποίηση, μια καθολική ενότητα του χθες με το σήμερα
και με το αύριο. Έτσι ο χρόνος έρχεται ως τέταρτη διάσταση για να δημιουργήσει τη
σύναψη με τον χώρο δηλαδή με το πεδίο δράσης των ονείρων. Όπως εύστοχα
διαβάζουμε στο ποίημα στη σελίδα 52 του βιβλίου: Τη μοναξιά τους,/ οι νεκροί, τη
μοιράζονται/ με τη μνήμη και τα όνειρά τους./ Τα όνειρά μας,/ εμείς, τα μοιραζόμαστε
με τη μνήμη και τη μοναξιά μας.// Τα όνειρά μας, μάς ενώνουν!
Ο μεγάλος περίπατος ή καλύτερα η μεγάλη περιπέτεια των ονείρων συνεχίζεται. Και
ίσως και να μην τελειώσει ποτέ. Το ζητούμενο όμως είναι το πρόταγμα, το αισιόδοξο
μήνυμα που ξεπροβάλλει σαν αχτίδα φωτός μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του
Δημήτρη Βασιλείου και που γίνεται πιο ευκρινές στα δύο τελευταία χαϊκού του:
Πέφτουν τα φύλλα/ Νέα σελίδα ζωής/ μάλλον αρχίζει. Και: Των ονείρων μου/ το αίμα
ακολουθώ./ Σίγουρος δρόμος.
Αν τα όνειρα περπάτησαν κάποτε στη γη και αν το έργο τους παίχτηκε έστω και για
μια φορά μόνο στην πρόβα, τότε αναμένουμε με αμείωτο ενδιαφέρον και
ανυπομονησία την οριστική, την ολοκληρωμένη τους παράσταση.

Σπύρος Γ. Μπρίκος

Αφήστε το σχόλιό σας