ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗ ΣΤΟ FRACTAL.GR ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Α ΡΕ ΜΑΜΑ" ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΘΩΜΑ

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2020

«Μια επώδυνη αναζήτηση, ένα ταξίδι μυητικό στην αλήθεια»

Γράφει η Μαρία Φραγκιαδάκη // *

Ελένης Θωμά, «Α, ρε μαμά…», εκδόσεις Άπαρσις 2019

 Το πρώτο, το παρθενικό βιβλίο της Ελένης Θωμά, με το ωραίο εξώφυλλο και τον ασυνήθιστο τίτλο, κυκλοφόρησε σχετικά πρόσφατα και έχει κάνει ήδη β΄ έκδοση.

Εντυπωσιάζει με την καθαρή σκέψη, τη στέρεη δομή, την ώριμη γραφή. Ο λόγος, ζεστός και ανεπιτήδευτα οικείος, κυλά απολαυστικός δημιουργώντας αμέσως σχεδόν στον αναγνώστη την αίσθηση πως η συγγραφέας τον εμπιστεύεται, πως τον κάνει συμμέτοχο σε μία ενδιαφέρουσα ιστορία ζωής.

Η  Άννα, κεντρική ηρωίδα και αφηγήτρια, μια γυναίκα του καιρού μας, βιώνει τη ρουτίνα του γάμου και τις βίαιες ανατροπές της οικονομικής κρίσης. Συνειδητοποιεί ωστόσο ότι κάτι βαθύτερο –ένα κενό, μια εσωτερική μοναξιά– την κατατρύχει. Και καταφεύγει σε ψυχολόγους, για να μπορέσει να επαναπροσδιορίσει τη σχέση με τον άνδρα της, να αντέξει τον ξενιτεμό των παιδιών της, να συμφιλιωθεί με τις επιλογές της κόρης της. Βασικό θέμα λοιπόν του μυθιστορήματος η πορεία της προς το φως, μέσα από μια οδυνηρή ψυχοθεραπευτική διαδρομή.

Όμως, ψάχνοντας τον εαυτό της, μπαίνει στη ζωή της μάνας της και πέφτει πάνω σε ένα ανομολόγητο μυστικό. Κεντρικό πρόσωπο η μάνα, η Στέλλα. Νεκρή ούσα, μιλούν άλλοι γι’ αυτήν: συγγενείς, συγχωριανοί, φίλες και ο Γιάννος (αγαπητικός; θύτης;). Σε πρωταγωνιστικούς ρόλους τώρα οι δύο γυναίκες (ή μήπως περισσότεροι;) κι ένας τόπος. Η ορεινή Ήπειρος της φτώχειας και της μετανάστευσης, του τότε και του τώρα. Μια ιδιόμορφη ανθρωπογεωγραφία με το αξιακό της σύστημα και τους οικογενειακούς κώδικες τιμής. Και «η συνομωσία της σιωπής» τοίχος αδιαπέραστος.

Μα η Άννα θέλει να μάθει, να καταλάβει, για να πάει τη ζωή της παραπέρα. Στο πλευρό της η οικογένειά της, οι ψυχολόγοι και οι θεραπευτές που τη συμβουλεύουν και την ενθαρρύνουν∙ ενίοτε και τη μπερδεύουν. Αποφασισμένη, ρίχνεται στην αναζήτηση της αλήθειας, με απίστευτη επιμονή. Δεν λείπουν βέβαια οι φόβοι, οι αναστολές και τα μεγάλα διλήμματα.

Όλη ετούτη η αναμόχλευση μού φαίνεται, ώρες-ώρες, ανίερη τυμβωρυχία που ταράζει την ησυχία των νεκρών, και μάλιστα επειδή δεν μπορούν οι ίδιοι να μιλήσουν. Όμως, η ηρωίδα πιστεύει ότι, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, πρέπει να σηκώσει το βαρύ πέπλο της σιωπής. Είναι χρέος προς τη μάνα η κάθαρση του ονόματός της. Και απόδοση δικαιοσύνης, αφού μια βαριά αξεδιάλυτη υπόθεση φορτώθηκε όλη στις τρυφερές πλάτες του τότε μικρού κοριτσιού, της Στέλλας, που την κουβαλούσε ισοβίως σαν ένα ασήκωτο βάρος ενοχής, ντροπής και πόνου, αν και τελικά βρήκε το κουράγιο να προχωρήσει τη ζωή του.

Καθώς λοιπόν η κόρη αναζητά τα άγνωστα χνάρια της μητέρας σε τόπους της παιδικής ηλικίας και της καταγωγής, ξεθάβονται προγονικά μυστικά και αμαρτήματα. Και αποκαλύπτεται μια τραγική βρεφοκτονία! Μια ιστορία με αρκετά αρχετυπικά στοιχεία. Ένα αθώο βρέφος, καρπός απαγορευμένου έρωτα (μήπως και βιασμού;), θανατώνεται μόλις γεννηθεί. Ο ανόσιος θάνατός του συνιστά μεγάλο άγος που μολύνει και την επόμενη γενιά.

Στη μικρή κλειστή κοινωνία, μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη κι ένας φόνος με πολλά ερωτηματικά, σκεπάζονται για χρόνια με παράξενη σιωπή. Τώρα βγαίνουν στο φως με χάσματα και παύσεις μεγάλες, με αντιφάσεις και επαναλήψεις, πισωγυρίσματα και ανατροπές, με καταβυθίσεις σε μνήμες προσωπικές, ευχάριστες μα και δυσάρεστες πολύ. Κι έτσι όπως όλα μετακυλίονται σαν ρευστό τοπίο, πάντα κάτι αινιγματικό παραμονεύει, προσδίδοντας και μία αύρα αστυνομικού μυθιστορήματος.

Συνεχείς λοιπόν οι διαδρομές από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφασαν ένα ταξίδι στον χώρο και τον χρόνο. Μία πορεία από την άγνοια στη γνώση και η αφήγηση ετούτη∙ ένα ταξίδι μυητικό στην αλήθεια.

Αρκετά τα ταξίδια της Άννας, κοντινά και μακρινά: στην Πάτμο με τον άνδρα της, ένα υπερατλαντικό στην κόρη της στο Πράσινο Ακρωτήρι και πολλά στην αγαπημένη Ήπειρο.

Την ακολουθώ. Ειδικά, στο πρώτο ταξίδι για τα Γιάννενα, μου δείχνει τις ομορφιές του τόπου, μοιράζεται αναμνήσεις, μου διαβάζει το γράμμα της για τη μάνα, κι εγώ χαίρομαι τη διαδρομή, αργότερα και τις επισκέψεις. Πρώτα, στον θείο Πέτρο. Ακούμε πονεμένες ιστορίες της Κατοχής, για τη μετανάστευσή του στο Ιρακινό Κουρδιστάν, για τους θαυμάσιους ηπειρώτες μαστόρους «που χτίσαν τον κόσμο όλο», μα τίποτα για τη μάνα της. Ύστερα, στη θεία Σίλα. Εκείνη εκφράζει συμπάθεια για τη Στέλλα και ξεδιπλώνει, με ζωντανή ντοπιολαλιά, την πολύ πικρή ιστορία της. Ακούω κι εγώ, συγχρόνως με την Άννα, αποσβολωμένη, ότι «ένας  πατσαβός … παντρεμένους … την ξιγέλασε. Τ’ βίασε και την άφ’κι γκαστρουμένη … κι γέννησι ένα αγουράκι … μόνη τ’ς. Ήταν κι αυτός μαζί τ’ς. Πήρι του πιδί και του σκότουσι!». Και μετά την πάντρεψαν, για να «ξεπλυθεί η ντρουπή».

Δεύτερο ταξίδι στο χωριόΗ θεία Όλγα, που τότε σήκωσε όλο το βάρος, αρνείται τώρα να μιλήσει. Μπροστά όμως στην ανυποχώρητη ανιψιά, ψελλίζει τη δική της εκδοχή. Κανείς δεν ήξερε τίποτα, λέει. Η Στέλλα γέννησε μόνη μέσα στο χιόνι, ήταν κι εκείνος μαζί, σκότωσαν το μωρό, του κόψαν τον λαιμό με κλαδευτήρα και το κρύψανε στην κουφάλα ενός δέντρου. Έγινε νεκροψία κι αναπαράσταση και δικαστήριο στην Άρτα, όπου πήγαν κατηγορούμενοι η Στέλλα, η Όλγα και ο Γιάννος.

Λυγίζει η Άννα μπροστά σ’ αυτήν την τραγωδία, αλλά δεν υπαναχωρεί. Είναι στέρεη μέσα της η απόφαση. Μετά από  δύο χρόνια, ξανά στα Γιάννενα. Ερευνά αρχεία και εφημερίδες. Φρικιαστικές ειδήσεις για τέσσερις ειδεχθείς φόνους βρεφών «εκ κλεψιγαμίας» μέσα σε δύο μήνες στην Ήπειρο∙ μα για το αδελφάκι της τίποτα. Και η αναζήτηση συνεχίζεται απεγνωσμένα στο ληξιαρχείο, στο παλιό νοσοκομείο, στο παλιό νεκροταφείο, στο Εθνικό Τυπογραφείο, παντού. Μάταιος κόπος. «Τώρα το μόνο που έχω να κάνω είναι να θρηνήσω. Να του πω ένα νανούρισμα, να το παρηγορήσω», μονολογεί σχεδόν τραγουδιστά.   Πράγματι, αργότερα, μέσα σε μια απόκρημνη σπηλιά, μοιρολογεί με λυγμούς τον αθώο άτυχο μικρούλη που δεν πρόλαβε να ζήσει. Κατόπιν, μέσα στα νερά του παγωμένου ποταμού, του τραγουδά, σαν μάνα κι αδελφή, ένα όμορφο τρυφερό νανούρισμα. Σεπτό μνημόσυνο και τελετή εξαγνισμού για τον μοναδικό της αδερφό.

Και ενώ η ιστορία φαίνεται να οδεύει προς τη λύση της, το ερώτημα περί αθωότητας ή όχι της μητέρας επανέρχεται βασανιστικό. Έτσι, η πορεία συνεχίζεται με πολλούς ακόμα κραδασμούς. Ύστερα, και με νέα απρόσμενη εξέλιξη. Ένας ακόμη μαραθώνιος, όπου επιστρατεύονται και σύγχρονες μέθοδοι (εξέταση DNA). Είναι παιδί του πατέρα της ή καρπός του έρωτα της μάνας της με τον Γιάννο;

Η ατέρμονη ετούτη διαδρομή που περνά από κορυφή σε κορυφή, ολοκληρώνεται με ένα νέο, τελικό, σκοπό: η συγκεκριμένη ιστορία ζωής να γίνει λογοτεχνία «που θα μιλά για τη ζωή». Η Άννα διστάζει. Δύσκολος άθλος η συγγραφή. Επιπλέον, για να κάνει τέχνη όλα αυτά και να τα κλείσει στη ζεστή αγκαλιά ενός βιβλίου, πρέπει να τα κατανοήσει σε βάθος.  Εν τέλει, το τολμά και συνεχίζει. Ένα χρέος κι αυτό, ίσως και εξιλέωση, μας εξομολογείται, βάζοντάς μας «στο εργαστήρι» της: «Γράφω συνέχεια. Παθιάζομαι, κλαίω, θυμώνω, πονάω για κάθε λέξη… Ας το δω κατάματα, μήπως και λυτρωθώ».

*

Ελένη Θωμά

 

Το μυθιστόρημα «Α, ρε μαμά…», με χρονικό ορίζοντα τα μετεμφυλιακά κυρίως χρόνια (δεκαετία του ’50) έως και την πρόσφατη οικονομική κρίση, είναι έργο πολυεπίπεδο. Δεν ψηλαφίζεται μόνο η σχέση μάνας -κόρης ή η γυναικεία παρθενία. Μέσα από τρεις γενιές γυναικών, των οποίων οι διαφορετικές ζωές συμπλέκονται άρρηκτα ως κρίκοι μιας αλυσίδας, ανοίγεται κι ένα παράθυρο στον χωροχρόνο της μεγάλης ιστορίας, με τις «μικροδιηγήσεις» αυθεντικών μαρτύρων.

Περικλείονται μάλιστα όλα τούτα, και σχηματικά, σε μια πλατιά κυκλική αφήγηση που ανοίγει και κλείνει με όνειρο. Αρχικά, η πεθαμένη εδώ και μια δεκαετία μάνα εμψυχώνει, με τρυφερή έγνοια, την κόρη. Και στο τέλος, μετά από άλλη μια δεκαετία, η λυτρωμένη πλέον κόρη ομολογεί στη μάνα -ωσεί παρούσα– μέσα από ένα συγκινητικό μονόλογο, την αγάπη, την κατανόηση και κυρίως την απελευθερωτική της συγχώρεση: «Φύγε ήσυχη.  Σ’ ευχαριστώ.  Αντίο, μαμά».                                                                                                                                     

Ένας αποχαιρετισμός που φέρνει στον νου την πολύσημη επιφωνηματική φράση «Α, ρε μαμά», η οποία επαναλαμβανόμενη (τουλάχιστον δέκα φορές) σαν κραυγή, ικεσία ή οδυνηρή διαπίστωση, κουβαλά θυμό, πόνο, απόγνωση, ενίοτε και θαυμασμό. Τελικά, γίνεται και τίτλος –με τα αποσιωπητικά του να προσθέτουν νέες αποχρώσεις…        

Το ίδιο μοτίβο επίσης για τη γενέθλια γη: «Α, ρε Ήπειρος!». Μια πολύπαθη μάνα κι αυτή, και τόπος νοσταλγικός, με τη μαγευτική φύση, τα τοξωτά γεφύρια και φαράγγια, τα πανηγύρια, τα τραγούδια, την ιστορία της.  Κι άλλος ένας επιφωνηματικός στεναγμός, «Α, ρε Ελλάδα», για τη μεγάλη μάνα-πατρίδα της Κατοχής και του Εμφυλίου, μα και τη σημερινή γονατισμένη χώρα των μνημονιακών αδιεξόδων και της νέας θλιβερής μετανάστευσης.

Σαν αντίλαλος και η φωνή της έφηβης κόρης : «α, ρε μάνα, δεν την παλεύω άλλο εδώ στο Λονδίνο. Πήρα το πτυχίο μου, σου έκανα το χατίρι…  Είμαστε στην πρίζα, μηχανές του καπιταλισμού στο φουλ….  Λέω να τα μαζέψω με το παρεάκι μου, να έρθω να ζήσω σε κανένα νησάκι».

Έργο κινηματογραφικής ροής με στοιχεία ντοκιμαντέρ, τολμώ να πω, είναι τούτο το μυθιστόρημα δραματικής πλοκής και ρεαλιστικής γραφήςΛόγος πυκνός, γοργός ρυθμός, εκτεταμένη χρήση διαλόγου και μονολόγου –ακόμα και ως σπαρακτικές ανεπίδοτες επιστολές–, πολλές εναλλαγές, παραστατικές σκηνογραφικές περιγραφές εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, ενδιαφέρουσα εικονοποιία.

Εικόνες λιτές, σχεδόν φευγαλέες, αλλά παραστατικές και απολύτως πραγματικές, δίνουν το περίγραμμα της εποχής και του τόπου: πχ. η ηπειρώτισσα μάνα που κουβαλούσε στην πλάτη το μωρό της ή οι μετανάστες «σκαρφαλωμένοι στα συρματοπλέγματα του λιμανιού, σαν τσαμπιά…», οι άστεγοι της Αθήνας, οι φτωχοποιημένοι αστοί δίπλα σε κάδους σκουπιδιών. Μα και εντελώς φανταστικές σκηνές, εκτεταμένες και ολοζώντανες, κάνουν το παρελθόν παροντική οντότητα. «Σαν σε ασπρόμαυρη ταινία, βλέπω τη μάνα μου. Διασχίζει την πλατεία με τις χειροπέδες Έχω ένα λυγμό μέσα μου… πώς πέρασε στη φυλακή δεκαέξι μέρες;». Η αφηγήτρια, σε μια τέτοια προβολή, ζει από κοντά τον αβάσταχτο πόνο της φυλακισμένης μάνας και ύστερα, σαν θεατής σε θέατρο του παραλόγου, παρακολουθεί τη δίκη και περιγράφει στιγμές, όπου κορυφώνεται η συγκίνηση: «Εμφανίζεται η Στέλλα με τη μακριά καστανόξανθη πλεξούδα της και τα γαλανά της μάτια, θολά. Φοράει ένα φτηνό βαμβακερό φουστανάκι μπλε, με ψιλά λουλουδάκια.  […]  – Να  πεις την αλήθεια, μάνα, της φωνάζω».  Εικόνες συγκλονιστικές που μεταφέρουν κάτι από την ατμόσφαιρα έργων του Αγγελόπουλου (Αναπαράσταση).

Ένα πολυφωνικό ηχείο μνήμης ετούτη η πολυπρόσωπη αφήγηση με τον φροντισμένο λόγο και τη γλωσσική ποικιλομορφία, όπου διασταυρώνονται πολλές και διαφορετικές φωνές, καθώς οι ήρωες, που δεν είναι φερέφωνα της συγγραφέως, μιλούν τη δική τους προσωπική γλώσσα.

Έργο γενναιότητας και βαθιάς ανθρωπιάς το κοινωνικό μυθιστόρημα «Α, ρε μαμά…». Η Ελένη Θωμά δεν φλυαρεί ψευτοφιλοσοφώντας. Αναδεικνύει μεγάλες αλήθειες, μέσα από αποφθεγματικές φράσεις και σοβαρές ψυχαναλυτικές ερμηνείες. Προβάλλει αντινομίες που διέπουν τη ζωή και τονίζει πως δεν υπάρχουν εύκολα συμπεράσματα. Δεν κάνει επιπόλαιες υποδείξεις, δεν καταδικάζει, μα ούτε δίνει αβασάνιστα συγχωροχάρτι. Ωστόσο, με παρρησία και σοβαρότητα, εκφέρει λόγο καταγγελτικό για τις στημένες δικαστικές αποφάσεις, τη γάγγραινα της γραφειοκρατίας, τους ωμοφαγικούς δημοσιογράφους-δικαστές. Με γλώσσα απλή κι αφτιασίδωτη, δηλώνει καθαρά την αγωνία της για τα τεκταινόμενα της εποχής αλλά και τα φιλάνθρωπα αισθήματά της: «Ψάχνοντας, κατάλαβα τη μάνα μου και βρήκα τον πατέρα μου…. Πήρε τη θέση που του αξίζει στην καρδιά μου». «Νιώθω δίπλα σε αυτές τις απελπισμένες γυναίκες. Νιώθω δίπλα στα παιδιά μας, που σήμερα είναι μετανάστες σε άλλες χώρες». Ωστόσο, δεν λείπει και η λυρική υποβλητικότητα στην απόδοση ψυχικών κυρίως καταστάσεων που συχνά εναρμονίζονται μ’ ένα μελαγχολικό περιβάλλον: «Η ομίχλη σαν δράκος πετάγεται από τη χαράδρα. Το τοπίο θολό, άγριο, και η καρδιά μου σφιγμένη…».

*

Κλείνω το βιβλίο. Ένας κόμπος στο λαιμό και κάποιες σκέψεις επιμένουν. «Κουβαλάμε τις ιστορίες των προγόνων μας…».

Ένα ηθικό ζήτημα αποτελεί, εν τέλει, την καρδιά αυτού του μυθιστορήματος. Εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία το «όλα στο φως!». Δύσκολος και δαιδαλώδης ο δρόμος προς την κάθαρση. Κάποια ερωτήματα, ακόμη και μετά από πείσμονα δεκαετή αναζήτηση, παραδίδονται αναπάντητα στη λυτρωτική λήθη.

Εξάλλου, η ζωή πάντα κρατά τα αινιγματικά μυστικά της.

Ένα αίνιγμα και η κλαδευτήρα κάτω από το στρώμα!

 

 

* Η Μαρία Φραγκιαδάκη είναι Φιλόλογος

Αφήστε το σχόλιό σας