ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ Α, ΡΕ ΜΑΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΙΛΟΛΟΓΟ ΜΑΡΙΑ ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗ

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: «Α, ρε μαμά...»
Τρίτη 10 Μαρτίου 2020, ώρα 7.30 μμ, Πολύκεντρο Νεολαίας
Μαρία Φραγκιαδάκη, Φιλόλογος.

Είμαστε εδώ απόψε, αγαπητοί φίλοι και φίλες, για να καλωσορίσομε την Ελένη Θωμά-Κόμη στην πόλη μας, τη δεύτερη πατρίδα της, παρουσιάζοντας το πρώτο παρθενικό της βιβλίο, αν και, σας λέω ειλικρινά, δεν χρειάζεται καμία παρουσίαση, καμία διαμεσολάβηση. Γιατί, θα το διαπιστώσετε εξάλλου κι εσείς, είναι ένα βιβλίο με πολύ καθαρή σκέψη και γλώσσα, που κερδίζει σχεδόν αμέσως τον αναγνώστη, και με την οικειότητα, τη ζεστασιά και την ειλικρίνεια του λόγου του. Ενός λόγου που ρέει ανεπιτήδευτα οικείος, σαν καθημερινή κουβέντα ανάμεσα σε φίλες… Δημιουργείται, εννοώ, στον αναγνώστη η αίσθηση πως η αφηγήτρια τον εμπιστεύεται, τον κάνει συμμέτοχο, του δίνει τη βεβαιότητα πως θέλει να μοιραστεί μαζί του μια ενδιαφέρουσα ιστορία ζωής, ένα μυστικό, να ακουμπήσει πάνω του στα διλήμματα και τα ξεσπάσματά της, να φωνάξει τις βαθύτερες σκέψεις της. Δύσκολο, αλήθεια να πιστέψω πως ένα πρώτο βιβλίο μπορεί να έχει τόσο ώριμη γραφή. Δύσκολο να πιστέψω ότι όλο ετούτο το έργο, εκτός από το αυτοβιογραφικό υπόστρωμα, είναι κυρίως αποτέλεσμα μυθοπλασίας. Μου είναι δύσκολο να μην ταυτίσω σχεδόν απόλυτα την αφηγήτρια με την συγγραφέα. Κι αυτή η αληθοφάνεια είναι το μεγάλο στοίχημα του κάθε λογοτέχνη και η μεγαλύτερη αρετή ενός μυθιστορήματος. Και την πέτυχε, θαρρώ, η Ελένη Θωμά σε τούτο το έργο της, κάνοντας εξαρχής και μια δύσκολη επιλογή. Επέλεξε την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, που διευκολύνει βέβαια την έκφραση προσωπικών μύχιων σκέψεων, περιορίζει ωστόσο τις διαφορετικές οπτικές.
Μα η συγγραφέας μας κατάφερε, με μαεστρία, να κάνει ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, όπου διασταυρώνονται κι άλλες διαφορετικές φωνές, πχ. ιδιόλεκτα επιστημόνων και απλών αγράμματων ανθρώπων. Κι ακόμη, ότι συγχωνεύονται με τρόπο αξιοθαύμαστο μέσα στην κεντρική αφήγηση τόσο διαφορετικά είδη λόγου: τραγούδια-μοιρολόγια, επιστολές, επιστημονικές γνωματεύσεις και δημοσιογραφικά κείμενα καθαρευούσης αλλά και ωραίος ιδιωματικός ηπειρώτικος λόγος.
Μοιάζει πράγματι με πολυπρισματικό ηχείο μνήμης, όπου μέσα του κινείται ένα ανθρώπινο μωσαϊκό που ο καθένας μιλάει τη γλώσσα του και καταθέτει την αλήθεια του, διαφορετικές εκδοχές του ίδιου θέματος. Παράλληλα, μάς ανοίγεται ένα παράθυρο στον χωροχρόνο, και μέσα από μια προσωπική, οικογενειακή περιπέτεια, προβάλλουν κομμάτια αυθεντικής ιστορίας, με τις διηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων, για απίστευτα σκληρές ιστορίες φτώχειας, μετακινήσεων για ένα κομμάτι ψωμί, θανάτων.
Το «α, ρε μαμά» είναι επιπλέον ένα έργο πυκνής γραφής και γρήγορου ρυθμού. Έργο κινηματογραφικής ροής, με στοιχεία ντοκυμαντέρ, τολμώ να πω, με εκτεταμένη χρήση διαλόγου -τα πρόσωπα, κυρίως σε συζυγίες (η Άννα και η ψυχολόγος ή ο θεραπευτής, η Άννα και ο Γιάννος, η Άννα και ο άνδρας της, κτλ) μιλάνε σε ευθύ λόγο. Κι ακόμα πολλές εναλλαγές, με όμορφες σκηνικές εικόνες που χαράζονται στη μνήμη, παραστατικές περιγραφές εσωτερικού χώρου –το δωμάτιο πχ. με τις κατσαρίδες- αλλά και εξωτερικού –ηπειρώτικα τοπία-, σκηνές με μετανάστες που κρέμονται , η συγκλονιστική εικόνα της μάνας που κουβαλά στην πλάτη το μωρό της και θρηνεί. Μια γραμμική αφήγηση με κεντρικό πρόσωπο την Άννα, αφηγήτρια και ηρωίδα. Μια γυναίκα του καιρού μας, με τη συμβουλή ψυχολόγων και θεραπευτών, ψάχνει να καταλάβει πτυχές του εαυτού της που δεν της αρέσουν. Προβάλλεται έτσι ως βασικό θέμα του έργου η πορεία αυτής της γυναίκας προς την αυτογνωσία, μέσα από μια οδυνηρή ψυχοθεραπευτική διαδρομή, μια προσπάθεια κατανόησης και συμφιλίωσης με το παρελθόν της για να αντιμετωπίσει το παρόν, τη σχέση με τον άνδρα της και τις επιλογές της κόρης της, μέσα στην καταστροφική δίνη της πρόσφατης κρίσης, των απολύσεων, των περικοπών, του ξενιτεμού των παιδιών της.
Ψάχνοντας λοιπόν τον εαυτό της και τη σχέση με τη μάνα της, μπαίνει στη ζωή της μάνας και πέφτει πάνω σ’ ένα ανομολόγητο γεγονός κορυφαίας σημασίας. Ένα μυστικό που δεν είναι και τόσο μυστικό, αφού το ξέραν όλοι -γίναν μάλιστα και δίκες. Όλα τώρα στην αφήγηση κινούνται γύρω απ’ αυτό που αρχίζει να ξεδιπλώνεται σιγά-σιγά. Οι οδυνηρές αποκαλύψεις έρχονται με μικρές δόσεις. Τοίχος «η συνομωσία της σιωπής», απαιτεί επίμονο αγώνα για να σπάσει. Τώρα πρωταγωνίστρια μοιάζει να γίνεται η νεκρή μάνα, η Στέλλα. Άλλοι μιλούν γι’ αυτήν. Συγγενείς, συγχωριανοί, φίλες, ο αγαπημένος της; θύτης ή θηρευτής, και οι μνήμες της κόρης. Η Άννα επιδιώκει παρά το μεγάλο κόστος, τον πόνο και τον κόπο, να μάθει, να καταλάβει, για να πάει τη ζωή της παραπέρα (58), όπως λέει. Έχει στο πλευρό της την οικογένειά της και τους ψυχολόγους και θεραπευτές που την προετοιμάζουν, τη συμβουλεύουν αλλά και την μπερδεύουν. Ο αγώνας είναι δικός της. Θα τον κάνει; Θα αντέξει; Ναι, θα προχωρήσει και μάλιστα η επίμονη αναζήτησή της κάποτε μοιάζει σχεδόν εμμονή. Ωστόσο, δεν λείπουν τα μεγάλα διλήμματα, οι φόβοι και οι διαφορετικές οπτικές («ότι έγινε έγινε» , θα διαταραχτούν συγγενικές σχέσεις). Το «όλα στο φως» δεν είναι ανώδυνη διαδικασία. Έχει και κάποιες άλλες ηθικές διαστάσεις. Μοιάζει ώρες-ώρες με ανίερη τυμβωρυχία ετούτη η αναμόχλευση. Σαν να ταράζεται η ησυχία των νεκρών που δεν μπορούν οι ίδιοι να μιλήσουν. Μα ακριβώς γι’ αυτό, πρέπει να σηκώσει το βαρύ πέπλο της σιωπής, σκέφτεται. Για τη μνήμη της μάνας και την κάθαρση του ονόματός της. Αφού μια αξεδιάλυτη υπόθεση φορτώθηκε όλη στις τρυφερές πλάτες του μικρού τότε κοριτσιού, που το κουβαλούσε σαν ένα ασήκωτο βάρος ενοχής, ντροπής και πόνου, και που του κατάτρωγε την ψυχή (κατά ομολογία της καλύτερής της φίλης), αν και βρήκε το κουράγιο να προχωρήσει τη ζωή του. Μια ενοχή που μεταφέρεται και μολύνει κι άλλες ζωές και ψυχές ανθρώπων έως και την επόμενη γενιά, αφού πρόγονοι και απόγονοι είναι κρίκοι μιας αλυσίδας. Αυτό το μυστικό νιώθω τώρα πως κινεί όλα τα νήματα της αφήγησης, μπρος και πίσω. Κορυφαίο γεγονός μια τραγική βρεφοκτονία που συνιστά μεγάλο άγος! Μια ιστορία με αρκετά αρχετυπικά στοιχεία: ένα βρέφος, καρπός ενός απαγορευμένου έρωτα ή και βιασμού;, θανατώνεται μόλις γεννηθεί και ο ανόσιος θάνατός του θα σπείρει μεγάλο πόνο. Οι ερινύες μάλιστα θα καταδιώκουν τουλάχιστον δύο γενιές. Φαίνεται λοιπόν το μυθιστόρημα της Ελένης Θωμά να έχει δύο βασικές κορυφώσεις –ή μήπως περισσότερες; Γιατί όλα κάποια στιγμή μοιάζουν με ένα ρευστό τοπίο, όπου συνεχώς μετακυλίονται απόψεις, στάσεις ζωής και στόχοι. Ένα παζλ που συμπληρώνεται αργά-αργά με επαναλήψεις, και αντιφάσεις, που πισωγυρίζει με ανατροπές, μεγάλες παύσεις και διαφορετικές οπτικές, και πάντα κάτι αινιγματικό παραμονεύει -θα έλεγα ότι έτσι έχει μια αύρα αστυνομικού μυθιστορήματος…
Κι εκεί που νόμιζα πχ. ότι μετά την εκτέλεση του χρέους της αδερφής προς το νεκρό αδερφάκι της, θα έβαζε το τέλος στην ιστορία, γελάστηκα. «Πολλές οι απορίες, πολλά τα κενά» γράφει (149). Έχει κι άλλο δρόμο. Η πορεία συνεχίζεται καθώς θα περάσει μέσα από πολλούς ακόμα ψυχολογικούς κραδασμούς. Θα μιλήσει με φίλες της μάνας της. Θα πεισθεί ότι η μάνα είναι αθώα. Θα πεισθεί; Ύστερα, θα δημιουργηθούν υποψίες αν είναι παιδί του πατέρα της ή καρπός του έρωτα της μάνας της με τον Γιάννο. Κι αρχίζει ένας άλλος μαραθώνιος, για εξέταση του DNA.
Κι ύστερα, κι άλλος. Ο αγώνας συγγραφής ενός βιβλίου. Να απαθανατίσει όλα αυτά, κάνοντάς τα τέχνη και κλείνοντάς τα μέσα στην αιωνιότητα ενός τυπωμένου βιβλίου που θα μιλά για τη ζωή. Που θα προσφέρει γνώση. Είναι κι αυτό ένα χρέος, μια μορφή εξιλέωσης. Μια κάθαρση, ίσως η ανώτερη, μετά τα ανεπίδοτα γράμματα, το βάπτισμα στα κρύα νερά του ποταμού, το τραγούδι μοιρολόι και νανούρισμα.
Όλα αυτά που ένα μικρό εύρος τους προσπάθησα να δώσω, μια διαδρομή κυρίως προς τα πίσω, δεν θα μπορούσε, νομίζω, να δοθεί καλύτερα παρά σαν ένα ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο. Σοφή επιλογή αφού το ταξίδι, κυριολεκτικό και μεταφορικό, είναι κίνηση, αποκάλυψη, γνώση, μύηση… Ένα μυητικό ταξίδι στην αλήθεια, όχι εύκολο, μια πορεία από την άγνοια στη γνώση. Με αυτό τον άξονα λοιπόν θα δοθούν εσωτερικές και εξωτερικές διαδρομές, επιλογές και στάσεις προσώπων, μέσα στους κώδικες του τόπου και της εποχής, τότε και τώρα, καταβυθίσεις σε παιδικές και εφηβικές μνήμες, ευχάριστες μα και δυσάρεστες πολύ.
Ταξίδια λοιπόν με λεωφορείο του ΚΤΕΛ, με ταξί, με νοικιασμένο αυτοκίνητο, οδικώς, με αεροπλάνο, η Ελλάδα από ψηλά, οι διαδρομές Αθήνα-Γιάννενα, Αθήνα-Πάτρα, Γιάννενα-Καστανιές και Μικρό Χωριό. Στην αγαπημένη Ήπειρο του τότε και του τώρα. Κι ένα μακρινό ταξίδι στην κόρη της στο Πράσινο Ακρωτήριο. Ειδικά στο πρώτο ταξίδι ανίχνευσης, ακουμπισμένη στο τζάμι του λεωφορείου με το μπλε σπιράλ τετράδιο στα χέρια, αφήνεται στις νοερές της σκέψεις και στις γραπτές της σημειώσεις, μνήμες ξυπνούν, σε μια παράλληλη κίνηση εναλλαγής του τοπίου, εικόνες απολύτως ρεαλιστικές, καθώς το λεωφορείο τρώει τα χιλιόμετρα.
Και σύμφωνα μ’ αυτά που σας είπα στην αρχή, ναι! την ακολουθώ, μάλλον με παίρνει μαζί της, στην Ήπειρο. Ειδικά σε κείνο το πρώτο ταξίδι για τα Γιάννενα, χαίρομαι τη διαδρομή Ρίο-Αντίρριο, Φαράγγι Κλεισούρας, Κάμπος Αγρινίου, Αμφιλοχία, Μενίδι, Άρτα, Φιλιππιάδα, Κοιλάδα Λούρου, Ανατολή, Καλούτσιανη… Μου δείχνει ομορφιές, μοιράζεται αναμνήσεις, μου υπενθυμίζει τον λόγο του ταξιδιού. Τη συνοδεύω ύστερα στις επισκέψεις της. Πρώτα στην Καλούτσιανη, στον θείο Πέτρο. Ακούω ιστορίες από το στόμα του για την Κατοχή, την πείνα, για τα ταξίδια του στην Περσία και τους θαυμάσιους ηπειρώτες χτίστες. Μα τίποτα για τη μάνα της… Ύστερα, στο σπίτι του θείου Τόλη, δίπλα στη λίμνη. Η θεία Σίλα με την χαρακτηριστική ντοπιολαλιά θα ξεδιπλώσει όλη την πικρή ιστορία της Στέλλας. Ακούω κι εγώ συγχρόνως με την Άννα, έκπληκτη ότι «ένας άσκημος, πατσαβός» την άφηκε γκαστρωμένη, ότι γέννησε ένα αγοράκι μόνη της κι ότι ύστερα αυτός το πήρε και το σκότωσε… (53). Προσέχω πως μιλά με συμπάθεια για τη Στέλλα -ένα κορίτσι ορφανό (χωρίς μάνα και αδερφή) ήταν, λέει και κατηγορεί τα 5 αδέρφια που δεν την προστάτεψαν και όλο το χωριό για τη σιωπή και την αδιαφορία. Ξανά μαζί της στο δεύτερο ταξίδι, στο Μικρό Χωριό, στη θεία Όλγα (που τη θήλασε σαν μάνα). Αρχικά αρνείται να μιλήσει αλλά εντέλει θα πει και θα επιμείνει, και μια επόμενη φορά, στη δική της εκδοχή (93): ότι δεν ήξερε τίποτα, ότι η Στέλλα γέννησε μόνη της μες στο χιόνι, ήταν κι εκείνος μαζί της, ότι σκότωσαν το μωρό με κλαδευτήρα, του κόψαν το λαιμό και το κρύψανε στην κουφάλα του δέντρου (96). Ότι έγινε νεκροψία και αναπαράσταση, και δικαστήριο στην Άρτα, όπου μάλιστα μόνο αυτή απ’ όλη την οικογένεια πήγε κατηγορούμενη ότι σκότωσε το παιδί, και ότι πλήρωσε ένα μέρος από την προίκα της για τη δίκη (97). Ο θείος Ζώης στο γηροκομείο (132) ισχυρίζεται επίσης ότι δεν ήξερε τίποτα, ρίχνοντας όλη την ευθύνη στον Πέτρο, τον μεγάλο αδερφό. Τα ξαδέρφια, άλλοι διαφωνούν και θυμώνουν, άλλοι την ενισχύουν. Ύστερα κι άλλοι συγγενείς, στις Καστανιές. Όλο το χωριό μιλάει, όλοι ήξεραν κι όλοι σχεδόν δικαιολογούν τη Στέλλα. Ξανά στα Γιάννενα, μετά από 2 χρόνια. Τώρα ψάχνει αρχεία και εφημερίδες. Πέφτει πάνω στο πρωτοσέλιδο της εκτέλεσης Πλουμπίδη «Ετυφεκίσθη την αυγήν…» και αναφωνεί: «Α, ρε Ελλάδα» (126), και σε φρικιαστικές ειδήσεις αστυνομικού ρεπορτάζ: «Έπνιξεν το νεογέννητον τέκνον της, προερχόμενον εκ κλεψιγαμίας…», «Ανεύρεσις ποδός νηπίου…». «Τέσσερις δημοσιεύσεις για φόνους βρεφών μέσα σε δύο μήνες» λέει. Συνεχίζει το ψάξιμο για το μωρό, με μια πείσμονα αναζήτηση στο ληξιαρχείο, στα βιβλία του 1954. Μάταια. Κατεστραμμένα αρχεία και άλλες αρκετές δυσκολίες. Ύστερα, στο παλιό νοσοκομείο, στο παλιό νεκροταφείο δίπλα στη λίμνη, όπου θάβονταν οι άγνωστοι στρατιώτες της Αλβανίας και τα αζήτητα παιδιά. Τίποτα. Ύστερα στο Εθνικό Τυπογραφείο. Τί-πο-τα.
Η ηρωίδα μού εξομολογείται σκέψεις και συναισθήματά της: «Πνίγομαι… είμαι πολύ θυμωμένη μαζί τους» (59). «Νιώθω πόνο…πόνο και ντροπή» (101). «Τα λόγια των χωριανών σαν ψίθυροι, σαν χορικό, σαν κραυγές γυναικών. Φεύγουν και ξανάρχονται, φεύγουν και ξανάρχονται…».
Μου μεταδίδει την αγωνία της, κι ένας κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό μου… Είναι πράγματι στιγμές όπου κορυφώνεται η συγκίνηση. «Σαν σε ασπρόμαυρη ταινία, βλέπω τη μάνα μου, λέει. Έχω ένα λυγμό μέσα μου… πώς πέρασε στη φυλακή δεκαέξι μέρες;» (259). Κάνει προβολές στο παρελθόν, ζει τις στιγμές στο δικαστήριο, σαν θέατρο του παραλόγου. Συγκινητικές οι περιγραφές « η Στέλλα με τη μακριά καστανόξανθη πλεξούδα της και τα γαλανά της μάτια, θολά. Φοράει ένα φτηνό βαμβακερό φουστανάκι μπλε, με ψιλά λουλουδάκια». «Να πεις την αλήθεια, μάνα» της φωνάζω»(269)
Κι άλλοτε την ακούω να λέει σχεδόν τραγουδιστά: «Τώρα το μόνο που έχω να κάνω είναι να θρηνήσω. Να του πω ένα νανούρισμα, να το παρηγορήσω. Ν’ ανάψω ένα κερί, να το τιμήσω» (128). Και μέσα σε μια μικρή κι απόκρημνη σπηλιά, ξεσπάει σε λυγμούς. Γυρίζει σαν τρελή και θρηνεί μοιρολογώντας τον αθώο άτυχο μικρούλη. Ύστερα μπαίνει στο παγωμένο ποτάμι και του τραγουδά ένα όμορφο νανούρισμα, σαν μια εξαγνιστική τελετή, αίρεσης του μιάσματος.
«Α, ρε μαμά»: Μια πολυεπίπεδη ιστορία, με τρεις γενιές γυναικών, γιαγιά, μάνα, εγγονή, σε μια πλατιά αφήγηση σε κυκλική οργάνωση που αρχίζει και κλείνει με ένα όνειρο. Η πεθαμένη εδώ και χρόνια μάνα, προτρέπει την κόρη, τη νοιάζεται, κι ύστερα η κόρη μετά απ’ όλη αυτή την επώδυνη διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας, σαν να δίνει αναφορά στης μητέρας, για να κλείσει αυτός ο κύκλος, με τη φράση: «Αντίο, μαμά. Φύγε ήσυχη». Μια παραλλαγή της επιφωνηματικής φράσης που γίνεται τίτλος και που επαναλαμβάνεται τουλάχιστον δέκα φορές, με διαφορετικό κάθε φορά νοηματικό φορτίο. Μια φράση πολύσημη, σαν κραυγή, σαν ικεσία, σαν οδυνηρή διαπίστωση, κουβαλά θυμό, πόνο, απόγνωση, κάποτε και θαυμασμό.
«Α, ρε μαμά», σαν αντίλαλος και η φωνή της εγγονής, της κόρης δηλαδή της Άννας: «α, ρε μάνα, δεν την παλεύω άλλο εδώ στο Λονδίνο. Πήρα το πτυχίο μου, σου έκανα το χατίρι… Είμαστε στην πρίζα, μηχανές του καπιταλισμού στο φουλ…. Λέω να τα μαζέψω με το παρεάκι μου, να έρθω να ζήσω σε κανένα νησάκι, όπως πριν. Τουλάχιστον, θα νιώθω ζωντανή» (248).
Κι ακόμα, κατ’ αναλογία: «Α, ρε Ήπειρος!» (115), σαν πολύπαθη μάνα τη νιώθει κι αυτήν! Και «Α, ρε Ελλάδα», του αγώνα, του εμφυλίου, και σήμερα της διαθεσιμότητας, των περικοπών, των χρεοκοπημένων επιχειρήσεων, της μετανάστευσης.
Ένα έργο γενναιότητας και βαθιάς ανθρωπιάς είναι τούτο το κοινωνικό μυθιστόρημα της Ελένης Θωμά-Κόμη. Με γλώσσα απλή, χωρίς φτιασίδια, επικεντρώνεται σε στιγμιότυπα που παράγουν νόημα και αναδεικνύονται αντινομίες που διέπουν τη ζωή. Η συγγραφέας δεν κουνά το δάχτυλο, δεν κάνει επιπόλαιες υποδείξεις και μας θυμίζει πως δεν υπάρχουν εύκολα συμπεράσματα. Και πάνω απ’ όλα με ένα λόγο φιλάνθρωπο: «Νιώθω δίπλα στα παιδιά μας, που σήμερα είναι μετανάστες σε άλλες χώρες. Νιώθω δίπλα σε αυτές τις απελπισμένες γυναίκες» (187). «Και πίσω τους οι χιλιάδες γυναίκες της εποχής τους μετά τον εμφύλιο, που οι κραυγές τους και η σιωπή τους φτάνουν στ’ αυτιά μας και σήμερα» (279).
Ελένη, σε ευχαριστώ από καρδιάς γι’ αυτή την εμπειρία! Σ’ ευχαριστώ για τις απλές μεγάλες αλήθειες ζωής. Για τον καταγγελτικό σου λόγο προς τους ωμοφαγικούς δημοσιογραφικούς δικαστές, για την αισθητική απόλαυση, για την υπέροχη σχέση με τη φύση, για τα κομμάτια λυρικής ποιητικής γραφής.
Μα προπαντός σε ευχαριστώ για τη συγκίνηση που μου χάρισες, για τους συνειρμούς που μου προκάλεσες, για τις όμορφες μνήμες της νιότης που μου ξύπνησες: το πρώτο μου ταξίδι στα Γιάννενα με τον πατέρα. Εγώ με τη δική μου αγωνία κι αυτός με τη δική του επιθυμία να πάει στη λίμνη, εκεί που πέταξε το όπλο του κατά την οπισθοχώρηση … Την αίσθηση και την ατμόσφαιρα των έργων του Αγγελόπουλου, ένα ισχυρό βίωμα όταν πρωτοετής φοιτήτρια το 1970 είδα την Αναπαράσταση σε κινηματογράφο των Ιωαννίνων. Το υπέροχο συγκλονιστικό τραγούδι «α, ρε μαμά» του Ιωάννου με τη φωνή του Παπακωνσταντίνου. Και το επίσης συγκλονιστικό δημοτικό με παραλλαγές σ’ όλη την Ελλάδα και την Κρήτη «της Πέρδικας και της κόρης».
Και τέλος το ύψιστο μάθημα πως πάντα η ζωή θα κρατά τα μυστικά της και το μυστήριό της η άβυσσος της ψυχής του ανθρώπου.
Ένα αίνιγμα κι εκείνη η κλαδευτήρα κάτω από το στρώμα!!

Αφήστε το σχόλιό σας