Συνέντευξη του Μπατζαλή Νίκου από την Ντίνα Δασκαλοπούλου για το βιβλίο "Γκογκί"

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2023

Ενα βιβλίο-ποταμός για την ιστορία των Ρόμηδων της Αμαλιάδας αλλά και μια μοναδική καταγραφή της ρομανί τσιπ γλώσσας

Γκογκί σημαίνει μνήμη

Ο Νίκος Μπατζαλής μαζί με τον αείμνηστο Κωνσταντίνο Χηνά, εγγόνια και οι δύο προσφύγων που ήρθαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ζωντανεύουν τις μνήμες των Ρόμηδων από τα χρόνια της περιπλάνησης ανά την Ελλάδα και από την εγκατάστασή τους τη δεκαετία του '60 στη συνοικία Παπακαυκά της Αμαλιάδας.

Λίγο πριν από το γύρισμα τη χιλιετίας η Αννα Βίσση έκανε μια επιτυχία που ξετρέλαινε τα κλαμπ, ακόμα κι αν κανείς δεν γνώριζε τι σημαίνει. «Μαγκάβα τουτ» τραγουδούσε η ισχυρή Ελλάδα, που επί δεκαετίες κρατούσε τους Ελληνες στο σκληρό περιθώριο που περιέγραφε η «ακαθόριστος υπηκοότης». Κι εντελώς ειρωνικά, όπως μονάχα η Ιστορία ξέρει να ειρωνεύεται, «μαγκάβα τουτ» που σημαίνει σ' αγαπώ είναι ίσως οι μοναδικές λέξεις που ξέρει να πει ο καθένας μας σε έναν Τσιγγάνο συνέλληνα.

 

«Μη μας περιφρονάς, μη μας περιφρονάς/γράψε, βρε Ιστορία, δυο λόγια και για μας». Οταν ο μεγάλος Ρομ δημιουργός Κώστας Χατζής έβαζε στα στόματα όλων τα βάσανα και τα πάθη της φυλής του, ο Νίκος Μπατζαλής ήταν ακόμα ένα αγοράκι που ακολουθούσε τους γονείς του στα ταξίδια τους ανά την Ελλάδα. Μεγαλώνοντας ωστόσο αυτός ο αεικίνητος πολυπράγμων άντρας έκανε πραγματικότητα το όνειρο του Χατζή. Μαζί με τον Κωνσταντίνο Χηνά έγραψαν όχι μονάχα δυο λόγια, άλλα ένα έργο-ποταμό για την Ιστορία των Ρόμηδων της Αμαλιάδας, τις ιστορίες του κύκλου της ζωής τους, αλλά και συνέθεσαν ένα λεξικό της ρομανί τσιπ

Οι Ελληνες Τσιγγάνοι ανήκουν σε πολλές φυλές, ωστόσο τα φιτσσίρια, οι καλαθάδες, τα μετσκάρια, οι νταλίπιδες, τα αρναούτια, τα ιλιμπίτζζια, τα καλπαζανούρια, οι ντεμεκλήδες, τα μπατσόρια μιλούν διαφορετικές διαλέκτους, παρακλάδια όλα ωστόσο της ρομανί τσιπ ή ρομανές. Είναι μια γλώσσα που σιγά σιγά χάνεται καθώς οι νέοι τη μιλούν όλο και λιγότερο αφού τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το διαδίκτυο ομογενοποιούν τις κουλτούρες των πιτσιρικάδων απανταχού της Γης.

 

Οπως αναφέρει ο Μπατζαλής, οι πιτσιρικάδες πια ή μιλούν μονάχα ελληνικά ή μια «τσιγγανοποιημένη ελληνική», όπου δεν λένε «σκουπίζω» αλλά «σκουπισαράβ» ή «διαβάζω» αλλά «διαβασαράβ». Η διάλεκτος που καταγράφουν οι δύο συγγραφείς -και μάλιστα η χάσι, η καθαρή εκδοχή της- είναι αυτή των χριστιανών Τσιγγάνων που ήρθαν στην Ελλάδα από την Πόλη. Σήμερα μιλιέται από 35.000- 70.000 ανθρώπους, ωστόσο γίνεται κατανοητή από όλες τις φυλές στην Ελλάδα και σε όλα τα Βαλκάνια.

 

Λαογραφία, προφορική ιστορία και η πρώτη απόπειρα καταγραφής της προφορικής μιας γλώσσας από τους ίδιους τους ομιλητές της - όλα αυτά είναι το «Γκογκί», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Απαρσις». Αλλά είναι και κάτι πολύ παραπάνω. Οι σχεδόν 500 σελίδες αυτού του καλαίσθητου τόμου είναι ένα διαβατήριο για να περάσουμε εμείς οι «λαϊκοί μπαλαμέ» (σε αντίθεση με τους «μπαλαμέ ρομ», τους Ελληνες Τσιγγάνους) αυτό το αόρατο -και πολλές φορές εξαιρετικά σκληρό- σύνορο που μας χωρίζει από τους συμπολίτες που ζουν δίπλα μας.

 

Σε μια χώρα που ο μισοτσιγγανισμός φτάνει μέχρι και τη δολοφονία νεαρών ανθρώπων, είναι απολύτως επείγον να διαβάσουμε όλοι αυτό το πόνημα που κρύβει μια συστηματική κι εξαντλητική δουλειά 10 ολόκληρων χρόνων.

 

Ωστόσο, το «Γκογκί» δεν είναι μονάχα ένα χρήσιμο, αλλά κι ένα συναρπαστικό βιβλίο. Γιατί σηκώνει την κουρτίνα και μας μπάζει σε έναν κόσμο που μιλάει μια άλλη γλώσσα, έχει τις δικές του αρχές, ήθη κι έθιμα και κουβαλάει μια πλούσια κουλτούρα αιώνων. Και μας ταξιδεύει σε μια συνοικία που δεν μοιάζει με καμιά άλλη, τη γειτονιά των Ρόμηδων της Αμαλιάδας. «Ε ρομά ανταρ Σταμπόλι αντό Γιουνανός» - «οι Ρομά από την Πόλη στην Ελλάδα», αυτή τη διαδρομή των «αόρατων» προσφύγων του 1922 κατέγραψαν ο Χηνάς με τον Μπατζαλή, εγγόνια και οι ίδιοι προσφύγων που έφτασαν στην Ελλάδα μετά την αποτυχημένη μικρασιατική εκστρατεία και την ανταλλαγή των πληθυσμών.

«Κανείς δεν υποψιάζεται πως στη μικρασιατική τραγωδία θύματα ήταν και οι Ρωμιοί Τσιγγάνοι», σημειώνει ο Τσιγγάνος κοινωνιολόγος Γιάννης Γεωργίου, στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου. «Οι Τσιγγάνοι προσφυγικής καταγωγής δεν ήταν από τις ομάδες εκείνες που μεταπολεμικά μπόρεσαν να ανασυγκροτήσουν αυτή τη μνήμη - εξάλλου η θεσμική μνήμη τούς άφησε ακόμα μία φορά έξω από την εθνική αφήγηση, δεχόμενη προφανώς το αφήγημα ότι δεν ανήκουν στον εθνικό κορμό, ότι συνιστούν κάτι άλλο».

Πρόσφυγας τρίτης γενιάς, με προγόνους που έζησαν επί πέντε γενιές στην Κωνσταντινούπολη, έχει μόλις επιστρέψει από το πολλοστό του ταξίδι στην «Πόλη των πόλεων» κατά πώς την αποκαλεί ο Μπατζαλής, όταν συναντιόμαστε στη συνοικία του, τον Παπακαυκά της Αμαλιάδας. Ο Μπατζαλής, πέρα από το βιβλίο, αρθρογραφεί στον τοπικό Τύπο κι έχει διδάξει μαζί με τον Χηνά σεμινάρια εκμάθησης της ρομανί τσιπ για μη Ρομά, ήταν γραμματέας του συλλόγου πωλητών λαϊκών αγορών νομού Ηλείας και της εργατικής επιτροπής του Ι.Ν. Αγίας Αννας Αμαλιάδας, όπως υπήρξε και γραμματέας της ποδοσφαιρικής ομάδας Πάνθηρες Αμαλιάδας -της µοναδικής ποδοσφαιρικής οµάδας Ροµά στην Ευρωπαϊκή Ενωση, που ιδρύθηκε το 2001- και σήμερα είναι υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στην Αμαλιάδα με τον συνδυασμό «Ηλιδα - συμμαχία για το αύριο».

Το σημάδι της Πόλης είναι εμφανές σε κάθε πλευρά της ζωής αυτού του αυτοδίδακτου συγγραφέα: από την ίδια την έρευνά του, αφού τα χνάρια των προγόνων της φυλής του αναζητά, μέχρι τη διακόσμηση του σπιτιού του, αλλά και την καθημερινότητά του. Ο Μπατζαλής ξεδιπλώνει παράλληλα την ιστορία των Ρομ, την ιστορία της φυλής του και τη δική του ιστορία, που ξεκινάει το 1970 από τον Πύργο της Ηλείας. Και σε κάθε σημείο της αφήγησής του δεν παραλείπει να αναφέρεται στον συνδημιουργό του βιβλίου, τον Κωνσταντίνο Χηνά, που «έφυγε» νικημένος από τον Covid πριν δει το μεγάλο του όνειρο να υλοποιείται, το βιβλίο τους να παρουσιάζεται στο ιστορικό Ζωγράφειο Λύκειο της Πόλης.

Κι έτσι τώρα ο Μπατζαλής έμεινε μόνος -χωρίς τον σπουδαίο φίλο του που συνέλεξε μία προς μία τις αφηγήσεις οι οποίες στήνουν το ψηφιδωτό του μικρόκοσμου που ζωντανεύει το βιβλίο τους- να ετοιμάζει τη συνέχεια με έναν δεύτερο τόμο. Στο τραπεζάκι του σαλονιού μια γραμματική του Τριανταφυλλίδη, επάνω σε αυτήν πατάει η έρευνα του Νίκου, ο οποίος μετά το λεξικό που ετοίμασε, θέλει τώρα να προχωρήσει περισσότερο στη δομή της ρομανί τσιπ. «Ηταν η αγάπη μας για τους ανθρώπους μας, την ιστορία μας, αλλά και μια αίσθηση χρέους προς τους προγόνους μας, αλλά και τα παιδιά μας που μας παρακίνησε με τον Κωνσταντίνο να μπούμε σε αυτή την περιπέτεια». Ηταν η έμπνευση, το μεράκι και το πείσμα που μεταμόρφωσε δύο ανθρώπους της βιοπάλης σε συγγραφείς.

Το Εσπερινό Λύκειο τελείωσε ο Μπατζαλής, το σχολείο δεύτερης ευκαιρίας ο Χηνάς και μπήκαν στο ταξίδι της συλλογής και της επεξεργασίας του υλικού τους λειτουργώντας παράλληλα ως μέλη της κοινότητας, αλλά και ως παρατηρητές της.

«Γκογκί» στα ρομανές σημαίνει μνήμη και στο βιβλίο ζωντανεύουν όλες οι μνήμες των Ρόμηδων από τα χρόνια της προσφυγιάς, μετά την εκδίωξή τους από την Κωνσταντινούπολη, της περιπλάνησης ανά την Ελλάδα, της εγκατάστασης στα χρόνια του '60 στην Αμαλιάδα. Εδώ, εκτός από έναν εύφορο βρήκαν κι έναν ανοιχτόκαρδο τόπο. «Οι γονείς μας έψαχναν πρώτα απ' όλα καλό καιρό, είναι πολύ δύσκολη η επιβίωση στα τσαντίρια, κι έτσι άρχισαν να κατεβαίνουν από τη Βόρεια Ελλάδα προς τον Νότο.

 

 

Η μικρούλα Ειρήνη Χρυσοβαλάντου Δεμερτζή. Εθιμα του τσιγγάνικου γάμου. Ο στολισμός της ελληνικής σημαίας με λουλούδια, Αμαλιάδα 1998 | Αρχείο Φώτη Δεμερτζή

Στην Αμαλιάδα ο καιρός είναι πιο γλυκός, αλλά και οι ντόπιοι τούς αποδέχτηκαν. Μπόρεσαν να αγοράσουν γη και σιγά σιγά να χτίσουν τη γειτονιά. Κι έτσι από περιπλανώμενοι ριζώσαμε κάπου, πήγαμε σχολείο και μπήκαμε σιγά σιγά στο εμπόριο στις λαϊκές αγορές. Σήμερα ο Παπακαυκάς είναι μια γειτονιά απολύτως ενταγμένη στη ζωή της πόλης», λέει ο Μπατζαλής.

Οπως αναφέρει η Στέλλα Παναγοπούλου στην ερευνητική εργασία της για τη γειτονιά, οι Ρομά στράφηκαν βορειοδυτικά της Αµαλιάδας αγοράζοντας εκτάσεις από τον ιερέα Καυκά, όπου εκεί έστησαν πρώτα τις σκηνές τους κι αργότερα άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους. Η Παναγοπούλου παραθέτει τις αναμνήσεις του Κώστα Λιακόπουλου, ιδιοκτήτη της εφηµερίδας «Ενηµέρωση» της Αµαλιάδας, για την πρώτη εμφάνιση των Ρόμηδων στην Αμαλιάδα του 1970. «Ξαφνικά ένα Σάββατο έφτασε το νέο σε κάθε σπίτι. Ηταν σήµερα ένας Τσιγγάνος στη λαϊκή και πουλούσε φτηνά παπούτσια, τζάµπα τα έδινε!... Το άλλο Σάββατο πολλοί πήγαν να πάρουν φτηνά παπούτσια και το παράλλο περισσότεροι.

Γνώρισε το ποδαράκι κάθε ταλαιπωρηµένου παπούτσι φτηνό και καλό. Αυτή ήταν η πρώτη αλλά και καταλυτική παρουσία των Τσιγγάνων στην οικονοµική και κοινωνική ζωή της πόλης, που η συνέχειά της άλλαξε πολλά σε θετική κατεύθυνση όσον αφορά το δέσιµο µε την τοπική κοινωνία, την αποδοχή τους, που την κέρδισαν µε την εργασία τους και την εν γένει παρουσία τους, όπως µε τη συµβολή τους στην ανάπτυξη της πόλης και ιδιαίτερα της βορειοδυτικής πλευράς».

Ο Λιακόπουλος με απλά λόγια εξηγεί τι σημαίνει θεσμικός αντιτσιγγανισμός και πώς ο ρατσισμός απέναντι στους Ρομά είχε τη σφραγίδα του ελληνικού κράτους. «Σχεδόν όλοι οι Τσιγγάνοι που εµφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 στη λαϊκή αγορά της Αµαλιάδας, όπως και αυτοί που γυρνούσαν πουλώντας στους δρόµους, ήταν παράνοµοι. Πουλούσαν χωρίς άδεια, τους κυνηγούσε η αστυνοµία και όπου έβλεπαν αστυνοµικό ή χωροφύλακα άλλαζαν δρόµο, τρέχοντας µε την πραµάτεια τους στα χέρια. Και τότε βγάλαµε όλοι αβίαστα τα συµπεράσµατά µας. Για να τους κυνηγάει η αστυνοµία τα έχουν κλεµµένα. Αρα όλοι οι Τσιγγάνοι είναι κλέφτες.

»Δεν ξέραµε όµως πως µέχρι πρόσφατα οι Τσιγγάνοι δεν ήσαν απολύτως τίποτα για το ελληνικό κράτος. Δεν είχαν αστυνοµική ταυτότητα όπως όλοι µας, αλλά ένα δελτίο του Τµήµατος Εθνικής Ασφάλειας, το οποίο στην πρώτη του σελίδα έγραφε µε ευκρινή κεφαλαία γράµµατα: ΑΝΕΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, και µέσα µία φωτογραφία τους µε καταγωγή ΑΘΙΓΓΑΝΙΚΗ και υπηκοότητα ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΟΣ. Δεν γνωρίζαµε πως εκ του νόµου δεν είχαν δικαίωµα να εργαστούν, τους απαγόρευαν να δουλεύουν, γι' αυτό και ήσαν κατ' ανάγκη παράνοµοι και όχι κλέφτες βάσει των δικών µας εύκολων συµπερασµάτων.

»Αργότερα, άνοιξαν τα µυαλά των κυβερνώντων µας, έγιναν οι Τσιγγάνοι ισότιµοι µε τους Ελληνες πολίτες και σήµερα όλοι οι Τσιγγάνοι της συνοικίας Παπακαυκά δραστηριοποιούνται µε τις νόµιµες άδειές τους στη λαϊκή αγορά της Αµαλιάδας. Πλέον βέβαια το εµπόριό τους έχει επεκταθεί σχεδόν σε όλες τις περιοχές του νοµού Ηλείας».

 

Κλείνω με δυο λόγια από το «Γκογκί», που αφιερώνεται «στους παππούδες μας, που στον ξεριζωμό του 1922 διέσχισαν τη βαθιά κοιλάδα της σκιάς και στάθηκαν στα πόδια τους, στους πατεράδες μας που μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μπόρεσαν και οδήγησαν την επόμενη γενιά στη δική τους Ιθάκη». Γράφουν λοιπόν οι Μπατζαλής και Χηνάς: «Καταγράφοντας αγώνες και θυσίες που αξίζουν την ελευθερία, μας θυμίζουν το χρέος μας. Γιατί είμαστε τραγούδι, είμαστε λαός, δεν είμαστε σκλάβοι κανενός. Κι ας έχει χαθεί η ζωή των Τσιγγάνων στη λήθη της Ιστορίας».

 

Γκογκί σημαίνει μνήμη, αλλά και σκέψη, νους, μυαλό, γνώμη, συμβουλή. Το γκογκί φωτίζει τις μνήμες, αλλά τρέφει τη σκέψη όλων μας.

 

Πηγή ef.syn

Αφήστε το σχόλιό σας