Οι τραγικές ιστορίες που προξένησαν ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Εμφύλιος και η δικτατορία των συνταγματαρχών είναι ο καμβάς στο μυθιστόρημα “Πατρίδα Ξένη”. Τόποι όπου διαδραματίζονται οι ιστορίες των ηρώων το Αγρίνιο, η Θεσσαλονίκη, η Αθήνα, το Άουσβιτς, το Κροστσιένκο. Κυριαρχεί η προσωπικότητα του Γιώργου Παππά, (1916-1999), που διετέλεσε βουλευτής της Ένωσης Κέντρου και αργότερα Υπουργός του ΠΑΣΟΚ. Οι Σεφαραδίτες Έλληνες Εβραίοι Ζαχαρίας και Ελισεβά Ναχμία, ο χωροφύλακας Κοσμάς Ξυπολυτέας με τη γυναίκα του Ελευθερία, και ένας νεαρός δικηγόρος, είναι οι λοιποί σημαντικοί ήρωες. Στο μυθιστόρημα, που δεν στερείται το στοιχείο του “μυστηρίου”, εξαίρονται οι αγώνες των αριστερών αγωνιστών και διατυπώνεται το ερώτημα αν οι επόμενες γενιές θα καταφέρουν να συνεχίσουν τον αγώνα αυτών που θυσίασαν τη ζωή τους για την Δημοκρατία.
Το βιβλίο η «e-ερωμένη του Σέρφερ» , της Ξένιας Πολίτη, αφορά έναν ερωτικό διάλογο κυρίως, δύο προσώπων μέσω σύγχρονης ιντερνετικής αλληλογραφίας, οπότε, κάνουν χρήση όλων των μέχρι σήμερα ιντερνετικών εφαρμογών προκειμένου να επικοινωνήσουν, έτσι ώστε, με κάθε δυνατό μέσο, -τεχνικό, καλλιτεχνικό, αργκό ή λόγιο- να γοητευτεί και να κατακτηθεί ο ένας από τον άλλον.
Το μυθιστόρημα «Πατρίδα ξένη» της Μάγδας Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, γιατί δεν αποπειράται να επικεντρωθεί στα ίδια τα γεγονότα, αφήνοντας στο περιθώριο τα δρώντα υποκείμενα. Χειρίζεται την Ιστορία ως το έδαφος, το γενεσιουργό της λογοτεχνικής γραφής, όπου φυτεύει τρεις παράλληλες αφηγήσεις. Αν δε φαντασθούμε το βιβλίο ως μία θεατρική σκηνή πάνω στην οποία αναπαρίσταται ο νεοελληνικός βίος της τελευταίας πεντηκονταετίας. Τότε σ’ αυτή την περίπτωση, μπαινοβγαίνει από το παρασκήνιο, άλλοτε ως πρωταγωνιστής κι άλλοτε ως υποβολέας, ο αγωνιστής της Δημοκρατίας και θείος της συγγραφέα, ο υπουργός του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Δ. Παπαδημητρίου, γνωστός με το προσωνύμιο μπαρμπά-Γάκιας.
Τη Λιάνα δεν την ενδιαφέρουν οι ιστορίες όπου όλα καταλήγουν στην ανείπωτη ευτυχία. Την γοητεύουν τα κρυμμένα μυστικά, οι πονεμένοι, και μάλιστα αυτοί που κουβαλάνε τον κρυφό τους πόνο σαν φορτίο ζωής και πασχίζουν να συμφιλιωθούν με αυτό, να ζήσουν μαζί του περιμένοντας το χρόνο να κάνει τη δουλειά του, να γλυκάνει τον πόνο, γιατί το ξέρει ότι «ο χρόνος δεν γιατρεύει τις πραγματικές πληγές». Δεν την ενδιαφέρει η έξαψη του ρομαντισμού, («ποιος είχε πια καιρό και διάθεση για ρομαντικές ενατενίσεις του ουρανού, είχε τόσο πολύ δυσκολέψει το βήμα στο λασπωμένο χώμα»). Εξάλλου ξέρει ότι δεν κρατάει πολύ η χαρά, δεν διαρκούν τα ποτέ και τα πάντα, η διάψευση και η ματαίωση είναι ο κανόνας, αν και πολύ θα ήθελε να μην είναι έτσι. Κι ό τι φαίνεται ξάστερο και φωτεινό κρύβει πολύ μαύρο κάτω από το φως του. Έτσι αποδιαρθρώνει ακόμα και την αποκορύφωση της ρομαντικής διάθεσης που εμπνέει ένα νυφικό, το τούλι ή την νοσταλγία της παιδικής ηλικίας, αφού η ανάμνηση της σκοτεινής πλευράς των παιδικών χρόνων, αυτή που συνήθως ξεχνάμε ή αποσιωπάμε, «της πικρίζει τη γεύση του καρπουζιού»..