Το βιβλίο της Πολίτη διαβάζεται απνευστί, ειδικά απ' όλους όσοι χρησιμοποιούμε καθημερινά τα social media κι αυτό το ταλαίπωρο το inbox ή, αλλιώς το messenger, έχει..αναστενάξει. Η γραφή της μεταφέρει ομορφιά σε μιαν εποχή που η επικοινωνία μέσω διαδικτύου δεν έχει καθόλου το δικό της λογοτεχνικό ύφος και περιεχόμενο. Κάπου ζήλεψα, αν - επαναλαμβάνω - τα όσα διαβάζουμε έχουν γραφτεί στην πραγματικότητα και δεν είναι μυθοπλασία.
Η Πολίτη ουσιαστικά καλλιεργεί τα πιο υψηλά συναισθήματα και ξύνει σαν πληγή τη σκέψη των ανθρώπων, οι οποίοι μάλλον δεν γνωρίζουν πως να χρησιμοποιήσουν τα social media, ακόμη και αν πρόκειται για γνωριμίες. Το «πλακομόνιτορ», όπως έλεγε ο αείμνηστος Τζίμης Πανούσης, αναφερόμενος στο διαδικτυακό σεξ ή το σεξ πίσω από μία οθόνη, στους διαλόγους της Πολίτη χτίζεται βήμα - βήμα ενεργοποιώντας πρωτίστως το ορμέμφυτο και την ανθρώπινη επιθυμία. Δεν έχει τόση σημασία η πράξη του σεξ καθ' αυτή, όσο η καύλα που κορυφώνεται με ένα κανονικό ξεγύμνωμα των ψυχών, με μπόλικο χιούμορ επίσης, αλλά και με μία ευρύτερη παιδεία, την οποία θα ευχόμουν να είχαν αν όχι όλοι, τουλάχιστον οι περισσότεροι χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Διαβάζεται σα νεράκι το βιβλίο. Λιτή και απέριττη γραφή που δεν διεκδικεί δάφνες εντυπωσιοθηρικής φαντασμαγορίας, γιατί δεν την χρειάζεται. Φροντισμένη έκδοση, με μια οικεία σφραγίδα στην επιμέλεια της ύλης. Την σφραγίδα του συναδέλφου Βασίλη Καλαμαρά, ενός λογίου της δημοσιογραφίας.
Συγκράτησα πολλές εικόνες του βιβλίου. Εικόνες που θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπόβαθρο για ταινίες μικρού μήκους. Αλλά ξεχώρισα μία, όπως σπαραχτικά την αποδίδει η συγγραφέας:
Το τραίνο από την Θεσσαλονίκη, γεμάτος εσωτερικούς μετανάστες που γύρευαν μεταμφυλιακά καταφύγιο στην Αθήνα. Φτάνει κάποια στιγμή στον Σταθμό Λαρίσης, στην Αθήνα, κι εκεί σχηματίζεται μια ουρά ανθρώπων χλωμών, ξερακιανών, φοβισμένων από το άγνωστο και τους διώκτες, ανθρώπων δίχως φράγκο στην τσέπη και πιθανώς δίχως αύριο. Μια συγκλονιστική εικόνα.
Είναι ένα θαυμάσιο και συναρπαστικό λογοτεχνικά και ιστορικά βιβλίο, που διαπερνιέται ολόκληρο από τα αισθήματα της συντροφικότητας, της αλληλεγγύης, της αγάπης, του μίσους και της απαξίωσης για τους ρουφιάνους, τους προδότες και το φασισμό, του θαυμασμού για τους ηρωικούς αγωνιστές. Επίσης, από τα αισθήματα του έρωτα, της απώλειας, της λύπης, της απογοήτευσης, της αγωνίας, της αισιοδοξίας, της ελπίδας.
Είναι ένα βιβλίο, που με επικούρεια λογική προσπαθεί να απομακρύνει τον αναγνώστη από το φόβο του θανάτου, ιδιαίτερα μάλιστα με τον γλυκύτατο και συγκλονιστικό τρόπο, που περιγράφει το φευγιό από τη ζωή του Ζαχαρία και της συντρόφου του Ελισαβετ – Ελισαβέ.
Τι γυρεύει ένας φυσικομαθηματικός στην περιοχή της ποίησης; Πώς ο ορθός λόγος των θετικών επιστημών ακυρώνεται από την λυρική παλινδρόμηση της λογοτεχνίας; Γιατί ο Αλέξανδρος Ψαρράς αλώνεται από την έξαρση του φανταστικού κι μπροστά της οι αριθμοί υποχωρούν; Τελοσπάντων τι συνεισφέρει στο θαυμαστό η ποιητική συλλογή «Μπλε τετράδια» στην τρίτη δεκαετία του 21ού αιώνα; Φαίνεται ότι δεν μπορούμε να ζούμε ως υπηρέτες του πρακτικού βίου, ακόμη κι αν μας εξασφαλίζει την κάλυψη τρεχουσών επιβιωτικών αναγκών.
«Τα ποιήματα», αυτοπαρουσιάζεται σε κείμενο που έχει τυπωθεί στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «είναι αποτύπωση στιγμών, γεγονότων, ερεθισμάτων, προβληματισμών, αμφισβητήσεων, με τον ιδιαίτερο τρόπο που συγκροτούν τον ποιητικό λόγο του γράφοντα». Ο ποιητής ξαναγράφει τον βιωμένο τόπο και χρόνο και χωρίς να αφαιρεί τα πεπραγμένα, τα επανατοποθετεί επάνω στο χαρτί, κι ενώ αυτά σιωπούν, αυτός τους ξαναδίνει νέο νόημα. Με ποια έννοια;